22 Οκτωβρίου, 2019

 

 

 

 

Αυτοκριτική

Τι δεν καταλάβαμε καλά από τη «συμφωνία των Πρεσπών»

 

Λογικά, την ώρα που διαβάζετε αυτές τις γραμμές, η αντιφασιστική συνέλευση autonome antifa θα έχει πραγματοποιήσει μια δημόσια πολιτική εκδήλωση με θέμα τη «Συμφωνία των Πρεσπών». Θα έχουμε υποστηρίξει ότι η περίφημη «συμφωνία» δεν αποτελεί ούτε «προδοσία» ούτε ένδειξη «φιλειρηνικών διαθέσεων». Θα έχουμε επισημάνει ότι ο διακρατικός ανταγωνισμός στα Βαλκάνια ουδέποτε διεξάχθηκε μεταξύ Ελλάδας και Μακεδονίας, αλλά μεταξύ Ελλάδας, Βουλγαρίας και Τουρκίας. Τέλος, θα έχουμε επισημάνει ότι η αντίληψη της συμφωνίας, είτε ως προδοσίας, είτε ως «διεθνισμού», είναι ένα πατριωτικώς και εθνικώς ωφέλιμο κοινωνικό κατόρθωμα που μπόρεσε να έρθει εις πέρας χάρη στη συμβιωτική σχέση μεταξύ της αριστεράς αυτής της χώρας και της άκρας δεξιάς της.

 

Αυτά μπορείτε να τα δείτε στη μπροσούρα που συνόδευε την εκδήλωση και σε κείμενο που περιλαμβάνεται στο παρόν τεύχος. Όμολογουμένως, από την άλλη, υπάρχει σε όλα αυτά ένα υπόλοιπο απαιτούμενης αυτοκριτικής. Πράγματι, θα πρέπει σε αυτό το σημείο να παραδεχτούμε ότι η αντίληψή μας για τις βαλκανικές περιπέτειες του ελληνικού κράτους υπήρξε κάπως... προκατειλημμένη. Συγκεκριμένα, τώρα πια, με τη συμφωνία των Πρεσπών υπογεγραμμένη, μπορούμε να παραδεχτούμε ότι για όσο χρόνο το ζήτημα παρέμενε στην κορυφή της επικαιρότητας, εμείς εστιάζαμε υπέρ του δέοντος σε μια ερμηνεία που ήθελε το ελληνικό κράτος να επιζητά τη διάλυση του μακεδονικού και υποτιμούσαμε την εκδοχή σύμφωνα με την οποία το ελληνικό κράτος θα μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, να επιζητά την προσωρινή σταθερότητα του μακεδονικού κράτους.

 

Παραδεχόμαστε ότι αυτή η «ιδιαίτερη έμφαση»  υπήρξε, καθώς και ότι αποδείχθηκε εσφαλμένη, όχι βέβαια γιατί είμαστε καλοί άνθρωποι και «το σωστό πρέπει να λέγεται», αλλά γιατί πιστεύουμε πραγματικά στην αξία της αυτοκριτικής. Όπως είπε και ένας από τους εθνικούς μας καραγκιόζηδες σε μια παλιά έκλαμψη αυτοσαρκασμού που αναμενόμενα έμεινε μονάχη, «μ’ αρέσουν οι παρατηρήσεις· διορθώνομαι!».

 

Εν ολίγοις, και οι σφαλιάρες μπορεί ενίοτε να αποδειχθούν χρήσιμες. Όσο για το είδος της σφαλιάρας: Πρώτον,  επί χρόνια υποτιμήσαμε τους Έλληνες πατριώτες της Άκρας Δεξιάς. Τους υποτιμήσαμε παίρνοντας τα λεγόμενά τους τοις μετρητοίς περισσότερο από όσο έπρεπε. Αυτοί έλεγαν «Η Μακεδονία είναι μία και ελληνική» και είμαστε βέβαιοι ότι πολλοί από αυτούς το πίστευαν. Εμείς, από την άλλη, έπρεπε να έχουμε υπ’ όψη πως αυτού του είδους τα σκουλίκια συνηθίζουν να ξερνούν ό,τι ξερνούν, μόνον έως ότου τα αφεντικά τους τα μαζέψουν. Τότε οι μοβόρες εξαγγελίες γίνονται σώβρακα με θαυμαστή ταχύτητα. Οι κατγγελίες για «προδοσία» συμμαζεύονται και λέγονται από μέσα τους ως προσευχές. Τελικά ο πατριωτισμός τους στρέφεται ομαλά στην αρχική του κατεύθυνση - που είναι βέβαια ο διορισμός, έστω και ως αντεφέρ στα γραφεία της Χρυσής Αυγής- και «τα σημαντικά» αφήνονται για «εκείνους που ξέρουν».

 

Ομοίως υποτιμήσαμε τους Έλληνες πατριώτες της Άκρας Αριστεράς. Αυτοί παρίσταναν ότι διέπονται από κάποιου είδους «πρόθεση ειρηνικής επίλυσης των διαφορών» και από κάποια υποψία «αντιαμερικανικών προθέσεων» και είμαστε βέβαιοι ότι πολλοί από δαύτους το πίστευαν. Εμείς, από την άλλη, έπρεπε να έχουμε υπ’ όψη μας πως τέτοιοι άνθρωποι τείνουν να λένε τις μαλακίες τους μέχρι τα αφεντικά τους να τους μαζέψουν. Τότε οι ασαφώς διακρινόμενες αριστερές ιδέες μετατρέπονται εν ριπή οφθαλμού σε «ρεαλισμό». Τελικά ο «διεθνισμός» τους στρέφεται στην αρχική του κατεύθυνση - που είναι βέβαια ο διορισμός, έστω και ως αντεφέρ σε στρατόπεδο συγκέντρωσης- και τα «σημαντικά» αφήνονται για «εκείνους που ξέρουν».

 

Πράγματι, είναι η ώρα να παραδεχτούμε ότι από το 1995 υποτιμούμε συστηματικά και τους μεν και τους δε. Υποτιμούμε σταθερά τον Έλληνα μικροαστό και τις πηγές της ιδεολογίας του. Είναι μια υποτίμηση που ξεκινά από την υπαρξιακή ανάγκη των απανταχού αισχρών μειοψηφιών να νιώθουν καλύτερες από τους αντιπάλους τους. Είναι μια υποτίμηση που βρίσκει εμπειρική επαλήθευση στην πραγματικα ελεεινή διανοητική κατάσταση των αριστερών και δεξιών μικροαστών της όμορφης χώρας μας. Είναι μια υποτίμηση που ξεκινάει από τον εμπειρισμό: ακριβώς δηλαδή από το δυνατό μας σημείο, που ενίοτε αποδεικνύεται η αχίλλειος πτέρνα μας. Να νομίζεις ότι οι αριστεροί και οι δεξιοί μικροαστοί πατριώτες είναι αυτό που δείχνουν, σημαίνει ότι, όπως μας συμβαίνει συχνά, ξεχνάς την ύπαρξη των δομών που κανονίζουν την συμπεριφορά τους στις στιγμές που πρέπει.

 

Αυτές οι δομές, οι δομές του ελληνικού κράτους, έχουν υπάρξει ελάχιστα ομιλητικές όλα αυτά τα χρόνια, ειδικά σε στιγμές όπου όλα βαίνουν καλώς. Μίλησαν όμως, και μιλούν βροντερά στις στιγμές που πρέπει. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο δεξιοί και αριστεροί μικροαστοί κούνησαν μαζί ελληνικές σημαίες στην Πλατεία Συντάγματος, ιδροκόπησαν για το δημοψήφισμα τον Ιούλη και τελικά επαλήθευσαν την «αντιστροφή» της ψήφου τους ξαναψηφίζοντας τον Σεπτέμβρη του 2015.

 

Είναι νομίζουμε ενδιαφέρον που το ζήτημα για το οποίο παραδεχόμαστε ότι κάναμε λάθος, έχει τις αφετηρίες του στις αρχές της δεκαετίας του ’90, ακριβώς δηλαδή στην περίοδο της υπερκομματικής ανάδυσης των Ελλήνων μικροαστών ως πολιτικού υποκειμένου. Είναι από εκεί που προέρχεται και το «λάθος μας». Πιστέψτε το γιατί το λέμε εμείς: Η φαντασμαγορία της ανάδυσης των μικροαστών από τον βόθρο υπήρξε τόσο εκθαμβωτική, τα τότε υπάρχοντα εργαλεία τόσο μηδαμινά, που έπρεπε κανείς να κοιτάζει το θέαμα με γυαλιά ηλίου. Ως γνωστόν, με τα γυαλιά ηλίου μπορεί να μη βλέπεις καλά, αλλά τουλάχιστον κάτι βλέπεις, ενώ εν τω μεταξύ παίρνεις και πόντους μούρης. Οπότε κι εμείς βάλαμε τα μαύρα μας γυαλιά για να δούμε τα σκουλίκια. Και για να συνεχίσουμε να τα βλέπουμε εστιάσαμε στην επιθετική τους φύση, στον πηγαίο, αυθόρμητο, από τα κάτω φασισμό τους. Για χρόνια μας διέφευγε το ζήτημα της κρατικής οργάνωσης αυτού του κοινωνικής προέλευσης φασισμού.

 

Το κράτος, η περιπλοκότητα των σχεδίων του, η άρρητη φύση τους, όλα περνούσαν απαρατήρητα. Την ίδια στιγμή όμως, αντίθετα με όλους τους άλλους, μπορούσαμε και μπορούμε να διαισθανθούμε την ύπαρξη αυτών των σχεδίων, ακριβώς γιατί είχαμε το βλέμμα μας προσηλωμένο στους ταπεινότερους και αηδιαστικότερους των υπηρετών τους: στους Έλληνες μικροαστούς και στις πολιτικές τους εκφράσεις.

 

Οπότε, ναι. Τούς πήραμε τοις μετρητοίς περισσότερο από όσο έπρεπε. Και ναι· υποτιμήσαμε την περιπλοκότητα των κρατικών σχεδίων, συνοψίζοντάς τα, σχεδόν ασυναίσθητα, σε μια υποτιθέμενη ακλόνητη θέληση για διάλυση του μακεδονικού κράτους.  Από την άλλη όμως,  είναι γεγονός ότι την ίδια στιγμή, μπορούσαμε να βλέπουμε αυτά που κανείς άλλος δεν έβλεπε.

 

Ο εμπειρισμός μας, που παρατηρώντας την καπιταλιστική κρίση, τα ρατσιστικά πογκρόμ και τις εργατικές νομοθεσίες,  όλο και περισσότερο μετατρέπεται σε σκληρό κυνισμό, είναι αυτό που ανέκαθεν μας καθοδηγούσε. Είναι αυτός ο εμπειρισμός που από το 2009 και μετά εμπλουτίζεται με γνώμες για το ελληνικό κράτος. Είναι αυτός ο εμπειρισμός που σήμερα μας οδηγεί να βλέπουμε τα σχέδια του ελληνικού κράτους με τον τρόπο που εκθέσαμε στην εκδήλωση περί της συμφωνίας των Πρεσπών. Δίχως αυτόν τον εμπειρισμό, δίχως τα «λάθη» μας, δεν θα υπήρχαμε. Και δεν θα τον πετάξουμε αυτόν τον πολύτιμο εμπειρισμό επειδή καμιά φορά μάς οδηγεί να βλέπουμε την βαρβαρότητα ελαφρώς απλουστευμένη. Αντιθέτως, θα τον πάρουμε αγκαλιά και θα τον χαϊδεύουμε σα να ‘ταν γάτα· αυτός θα γουργουρίζει χριστοπαναγίες κι εμείς θα νιώθουμε μια ψυχρή ζεστασιά.

 

Οπότε τελικά, ναι, αυτή είναι η αυτοκριτική μας.

Θα επαναλάβουμε με την πρώτη ευκαιρία.