10 Δεκεμβρίου, 2018

 

 ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΑ

Το περιοδικό antifa
και οι εκδόσεις antifa scripta
κυκλοφορούν στο βιβλιοπωλείο Nouveau
[Παντανάσσης 78, στον πεζόδρομο]
 


 

 

 

 


 

 

Ήταν οι Class War κάποιου είδους Αυτόνομοι;

Ή καλύτερα: τι διάολο είναι αυτό το «Αυτόνομοι»;

 

Πρόσφατα, οι άνθρωποι του Αρχείου 71 εξέδωσαν μια συλλογή κειμένων με τίτλο «Class War: Μια Δεκαετία Απειθαρχίας».[1] Αυτή η έκδοση συμπληρώνει χρονολογικά και θεματολογικά μια παλιότερη δική μας έκδοση, με θέμα την ιστορία του αντιφασιστικού κινήματος στη Βρετανία της δεκαετίας του ’70.[2] Νομίζουμε πως οι δύο αυτές εκδόσεις, μαζί με την αυτοβιογραφία του ιδρυτικού μέλους του Class War, Ian Bone, μπορούν να χρησιμεύσουν για να αποκτήσουμε μια εικόνα των προσπαθειών αυτόνομης οργάνωσης της εργατικής τάξης που εξελίχθηκαν στη Μεγάλη Βρετανία από το 1970 μέχρι το 1990.[3]

Βέβαια αυτό το «αυτόνομης» είναι κατ’ αρχήν συζητήσιμο. Ο ίδιος ο Ian Bone χρησιμοποιεί τον υπότιτλο της αυτοβιογραφίας του για να δηλώσει «αναρχικός» (in the U.K.). Η εφημερίδα Class War κυκλοφορούσε επί δέκα χρόνια με τα «A» εντός στραβοχυμένων αλλά σαφέστατων κύκλων, που μάλιστα έσταζαν αίματα. Κατά συνέπεια, η επιλογή των ανθρώπων του «Αρχείου 71» να προσθέσουν στο βιβλίο που εξέδωσαν τον υπότιτλο «Η Έκρηξη και η Παρακμή της Βρετανικής Αυτονομίας, 1981-1991», δέχτηκε κριτική· καλοπροαίρετη ή όχι και τόσο.

Είναι νομίζουμε κρίμα που αυτή η κριτική περιορίζεται στα εξώφυλλα και αδιαφορεί για τα περιεχόμενα, που συνήθως έχουν να μας μάθουν πολύ περισσότερα. Ας δούμε για παράδειγμα τον τρόπο με τον οποίο ο Ian Bone εξηγεί το αρχικό σκεπτικό πίσω από την έκδοση της εφημερίδας Class War:

 

Θέλαμε να βγάλουμε μια εφημερίδα που θα έπαιρνε (1) την κοινωνική τάξη και (2) τη βία και θα τις έθετε ξανά στην κορυφή της αναρχικής ατζέντας. Θα είχε σχήμα μεγάλου ταμπλόιντ, με πολλά μικρά αρθράκια και εικόνες - οι εικοσασέλιδες βαρετές μαλακίες κομμένες. Θα ήταν και γαμώ τις αστείες, αστεία σα γαμώ το χριστό μου. Θα έκλεβε λόγια από παντού, θα κέντριζε κώλους σα να μην υπήρχε χτες. Θα ήταν σα φανζίν πάνκηδων που κάπως μεταλλάχθηκε σε εφημερίδα. Θα είχε κυκλωμένα άλφα που στάζουν αίμα στο εξώφυλλο, για να δείξει τις αναρχικές μας προθέσεις, και να τσιμπήσει αναρχικούς που αγοράζουν μόνο ό,τι έχει άλφα σε κύκλο. Θα μισούσε τους πλούσιους μπάσταρδους και θα έκραζε ασύστολα το εργατικό κόμμα και τα συνδικάτα (...).[4]

 

Μίγμα· πολύπλοκο. Αισιοδοξία· αδιαμφισβήτητη. Νέες ιδέες· μπόλικες. Ασέβια· με το καντάρι. Αλλά δεν πρόκειται για την ασέβεια προς το παρελθόν που χαρακτηρίζει τους ανιστόρητους. Εδώ βρίσκουμε ένα είδος σκληρά κριτικής ασέβειας προς τις τιμημένες παραδόσεις που δεν πρέπει να συζητιούνται ποτέ, ακριβώς γιατί είναι παραδόσεις. Και ακριβώς επειδή είναι κριτική και ιστορικά ενήμερη, η ασέβεια αποδεικνύεται γόνιμη: η πανκ κουλτούρα θα πολιτικοποιούνταν ώστε «οι αναρχικοί» να ανακαλύψουν ξανά την κοινωνική τάξη και τη βία. Στόχος να ξεφύγουν από το ρόλο που είχαν αναλάβει στη Βρετανία των αρχών της δεκαετίας του ’80, που αν δεν το καταλάβατε, ήταν ο ρόλος της νεολαίας του εργατικού κόμματος. Οπότε: αν ήταν σκέτοι «Anarchists» θα διάβαζαν Μπακούνιν· αλλά ήταν «Anarchists in the U.K.», δηλαδή άκουγαν σεξ πίστολς, όπου ως γνωστόν βρίσκεται η αλήθεια. Οι κύκλοι που έσταζαν αίμα στο εξώφυλλο κρύβουν πολύ περισσότερα από όσα φαίνονται με την πρώτη ματιά.

Το πρώτο τεύχος του Class War κυκλοφόρησε 29 Απρίλη του 1983. Εν τω μεταξύ, ο «ταξικός πόλεμος» δεν περίμενε τα μέλη του Class War για να ανακαλυφθεί. Μαινόταν απροκάλυπτα στη Βρετανία της Μάργκαρετ Θάτσερ, ως «συγύρισμα των οικονομικών», ως νέες θεωρίες για τη δημόσια τάξη, ως κρατική επίθεση στο σύστημα υγείας και ως θεσμικός και κοινωνικός ρατσισμός. Ο τρόπος με τον οποίο η επίθεση του βρετανικού κράτους ενάντια στους ανθρακωρύχους μεταξύ του 1984 και του 1985, συνδέεται με την αναδιάρθρωση του βρετανικού καπιταλισμού κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’80, παραμένει άγνωστος. Είναι όμως γεγονός ότι οι απεργίες και οι συγκρούσεις στις κοινότητες των ανθρακωρύχων συγκλόνισαν το νησί επί περίπου ένα χρόνο.  Οι Class War βρέθηκαν να συγκροτούνται μέσα σε αυτή τη συνθήκη. Προσπαθούσαν να στήσουν μια οργανωμένη δομή της μητροπολιτικής εργατικής τάξης «ενάντια στα συνδικάτα και το εργατικό κόμμα». Αντιμετώπιζαν τα προβλήματα που συνοδεύουν αυτού του είδους τις προσπάθειες: πώς αποφασίζουμε τι να κάνουμε και τι να πούμε; Ποιοι συμμετέχουν στην ομάδα και ποιοι όχι; Τι κάνουμε με τους αρχηγούς και τους ακολούθους τους; Ταυτόχρονα, αντιμετώπιζαν τα τεράστιας κλίμακας ζητήματα που τους έθετε η ιστορική τους συγκυρία.

Ο τρόπος με τον οποίο προσπάθησαν να ανταποκριθούν στην απεργία των ανθρακωρύχων το Φθινόπωρο του 1984 είναι ενδεικτικός των γενικότερων κατευθύνσεων που διαμόρφωναν από το 1983 και μετά. Από τη μια δεν ντράπηκαν να σημειώσουν πως ακόμη και στην εκθαμβωτική του κορύφωση, ο «αγώνας» έφερε εμφανή τα σημάδια των ορίων του. «Οι ανθρακωρύχοι», έγραφαν, είχαν παραλείψει «ένα πολύ σημαντικό βήμα: να αμφισβητήσουν ανοιχτά το ρόλο του συνδικαλισμού μέσα στη σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία, να μιλήσουν για τον τρόπο με τον οποίο έχει γίνει ένα ακόμη γρανάζι του συστήματος».

Από την άλλη, αναζήτησαν τρόπους για να σταθούν «αλληλέγγυοι». Κατά τη γνώμη τους βέβαια, «να συγκεντρώνεις λεφτά για τους ανθρακωρύχους» δεν είχε διαφορά από «τους εράνους για τα παιδιά που πεινάνε στην Αφρική», οπότε αυτού του είδους η «αλληλεγγύη» απορρίφθηκε ασυζητητί. Ο τρόπος που σοφίστηκαν τελικά έχει το ενδιαφέρον του: «Μυστικές στόμα με στόμα συνελεύσεις», θα διοργάνωναν «μικρά μπάχαλα» στα εμπορικά κέντρα των πόλεων. Οι επαναλαμβανόμενες καταστροφές και λεηλασίες «στόμα με στόμα», θα αποσπούσαν αστυνομικές δυνάμεις από τις περιοχές των ανθρακωρύχων.[5] Ο λόγος για τον οποίο έπρεπε να επιλεχθεί αυτού του είδους η δράση, έκλεινε και το κείμενο:

 

Δεν είμαστε πρωτοπόροι, αποτελούμε ένα μικρό κομμάτι της τάξης μας. Από αυτή τη θέση μιλάμε και από αυτή τη θέση είναι που υποστηρίζουμε ότι το παραπάνω σχέδιο έχει να προσφέρει τα μέγιστα, όχι μονάχα στους ανθρακωρύχους, αλλά και σε εμάς τους ίδιους.[6]

 

Α, «η θέση από την οποία μιλάμε», αυτή η θέση, η μηδαμινότητα και το μεγαλείο της! Αν συνήθως δεν μας πιάνει το μάτι, είναι γιατί, στην παράξενη περίπτωσή μας, το μεγαλείο προέρχεται ακριβώς από τη μηδαμινότητα. Από τον κοινωνικό τόπο από τον οποιο ασκούνται και στον οποιο διαμορφώνονται οι ιδέες και οι πρακτικές μας: από τους δρόμους και τις εργατογειτονιές, από τα εμπορικά κέντρα και τις πλατείες, από την καρδιά της μητρόπολης. Είναι μέρη πλούσια ετούτα εδώ. Συνάμα όμως είναι μέρη σκληρά, εκδικητικά:  Οι ψευδαισθήσεις μεγαλείου είναι η τιμωρία για όποιον ξεχνάει τι είναι και από ποια θέση μιλάει. Και το τίμημα είναι σκληρό. Από μητροπολιτικός προλετάριος μπορεί να μεταμορφωθεί, όχι απλώς σε αριστερό αλληλέγγυο μαϊντανό, αλλά σε συνειδητό ή ασυνείδητο κομμάτι του κράτους. Η «αυτονομία» είναι αυτονομία από τις καπιταλιστικές μεσολαβήσεις, είναι αυτός ο αγώνας της εργατικής τάξης ενάντια στη μετατροπή της σε κομμάτι του κράτους. Δηλαδή δεν είναι σώμα ιδεών η αυτονομία, δεν είναι ιδεολογία, δεν είναι συγκεκριμένες ομάδες και άτομα και ταμπέλες. Είναι πραγματικές ιστορικές διαδικασίες όπου συμμετέχουν πραγματικοί άνθρωποι.

Οι πραγματικοί άνθρωποι συνηθίζουν να αποτυχαίνουν. Τα μικρο-μπάχαλα που ήθελαν να διοργανώσουν οι Class War το 1985, κατέληξαν σε μια και μόνη βραδιά οργανωμένου σπασίματος βιτρίνας με τη συμμετοχή σαράντα ατόμων. Δέκα χρόνια αργότερα, οι ίδιοι οι Class War διαλύθηκαν υπό το βάρος του διλήμματος της μετατροπής τους σε εθνική ομοσπονδία, αλλά κατά τη γνώμη μας από την αδυναμία τους να ανταποκριθούν στις μεταβολές που έφερε το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.[7]

Αντιθέτως, οι ιστορικές διαδικασίες συνεχίζονται, ανεξαρτήτως ατόμων. Οι σύντροφοι των Class War θα εκπλήσσονταν αν έβλεπαν πόσο τα πρώτα έντυπα δρόμου στην Ελλάδα της δεκαετίας του ‘90 έμοιαζαν με τα δικά τους, ως μορφή και ως περιεχόμενο. Αν είχαν τα μυαλά τους στη θέση τους, θα καταλάβαιναν ότι οι ομοιότητες δεν προέρχονταν από την αντιγραφή του «μεγαλείου των Class War», αλλά «από τη θέση από την οποία είμαστε αναγκασμένοι να δράσουμε». Από τη συνειδητή άρνηση «να απαντάμε δουλοπρεπώς στα ερωτήματα που θέτουν τα αφεντικά».[8] Από την αναζήτηση των δικών μας ερωτημάτων, που πάντα απαντιούνται με «όχι». Από την αυτονομία ως ιστορική διαδικασία. Που θα υπάρχει όσο υπάρχει εργατική τάξη.

Ανεξαρτήτως ατόμων.

Ανεξαρτήτως συμβόλων.

Ανεξαρτήτως ταμπέλας.

 

 

 

Αριστερά: Οι Class War παραλάσσουν το σύνθημα του SWP «Δουλειές όχι Βόμβες», με αφορμή που βαριόμαστε να αναζητήσουμε (πιθανόν τον πρώτο πόλεμο του κόλπου το 1991).

Δεξιά: Η πολιτική ομάδα Carthago σχολιάζει το ελληνικό αντιπολεμικό κίνημα του 2003, όταν το ίδιο σύνθημα λανσαρίστηκε από το ΣΕΚ. Υπογραφή: «Συμμαχία αρχίστε τον ταξικό πόλεμο».

Σημαντικό: το 2003 οι δεξιά δεν γνώριζαν καν την ύπαρξη των αριστερά.

Δηλαδή: Οι ομοιότητες προέκυπταν όπως περιγράφουμε παραπάνω.



[1] Class War, Μια Δεκαετία Απειθαρχίας: Η Έκρηξη και η Παρακμή της Βρετανικής Αυτονομίας, Αρχείο 71, 2017.

[2] Martin Lux, Antifascist ’77: Σύντομη Ιστορία του Βρετανικού Αντιφασισμού σε Πρώτο Πρόσωπο, 1970-1980, Antifa Scripta, 2017 (A’ Έκδοση 2008).

[3] Ian Bone, Bash the Rich: True Life Confessions of an Anarchist in the UK, Tangent Books, 2006.

[4] Στο ίδιο, σ. 121.

[5] Αυτά λέγονται στο «Να Φέρουμε τη Μπάλα στο Δικό μας Γήπεδο», Class War, Μια Δεκαετία Απειθαρχίας: Η Έκρηξη και η Παρακμή της Βρετανικής Αυτονομίας, Αρχείο 71, 2017, σ. 63-66· O Ian Bone αποδίδει το κείμενο στον Martin Lux, κατά κόσμον Martin Wright.

[6] Στο ίδιο, σ. 66.

[7] Η αποτυχία του μικρο-μπάχαλου και η αμηχανία που τη συνόδευσε περιγράφονται στο Ian Bone, Bash the Rich..., σ.208-211. Η διάλυση περιγράφεται στο Class War, Μια Δεκαετία Απειθαρχίας..., σ. 129-138. Η γνώμη μας στο «Η Μακρά Δεκαετία της Βρετανικής Αυτονομίας (μα πρώτα, πού είναι η μπύρα μου;)», Antifa #57, 10/2017. Πάτησε εδώ.

[8] Class War, Μια Δεκαετία Απειθαρχίας..., σ. 88.