23 Οκτωβρίου, 2017

 

 

 ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΑ


Το περιοδικό antifa
και οι εκδόσεις antifa scripta
κυκλοφορούν στο βιβλιοπωλείο Nouveau
[Παντανάσσης 78, στον πεζόδρομο]
 


 

 

 

 


 ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ
 

Joe Sacco
  AΣΦΑΛΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗ ΓΚΟΡΑΖΝΤΕ
Ο πόλεμος στην ανατολική Βοσνία
1992-1995

Βρείτε το στο Tilt Comics
[Ασκληπιού 37 στο κέντρο της Αθήνας]

 

 

 

 


 

Προβλήματα των αφεντικών και των αφεντικών ανατολικά της Πατησίων
τεύχος 54, 12/2016


Η αφίσα που θα σχολιάσουμε στα όσα ακολουθούν εκδόθηκε τον Νοέμβρη που μας πέρασε, κολλήθηκε σε λίγα αντίτυπα στα Εξάρχεια και είχε θέμα «γιατί η επίσκεψη Ομπάμα δεν είναι γεγονός άξιο λόγου». Προφανώς ο στόχος των συγγραφέων ήταν να απαξιώσουν με κάποιον τρόπο τη διαδήλωση «Ίδια είναι τα Αφεντικά» που διοργανώθηκε από τη συνέλευση autonome antifa. Ταυτόχρονα όμως υπέπεσαν σε ορισμένες ανακρίβειες τις οποίες θα θέλαμε να επισημάνουμε.

Περί χρεοκοπημένων προέδρων και συνέχειας του κράτους
Για να ξεκινήσουμε από τα πιο απλά, θα ασχοληθούμε με τον όρο «χρεοκοπημένος» όπως εμφανίζεται σε αυτή την αφίσα. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ είναι «χρεοκοπημένος», μαθαίνουμε, γιατί η κυρία Κλίντον απέτυχε να επανεκλεγεί. Και γιατί του «μπλοκάρει το έργο» η «Γερουσία». Τώρα, για να λέμε την αλήθεια, εμείς για τη «Γερουσία» δεν ξέρουμε και πολλά, αλλά στίψαμε το μυαλό μας και θυμηθήκαμε κάτι σχετικό. Τον Σεπτέμβριο του 2013, όταν λυτοί και δεμένοι από το εξωτερικό των ΗΠΑ, μεταξύ των οποίων και το ελληνικό κράτος, προσπαθούσαν να πείσουν τον πρόεδρο Ομπάμα να εισβάλει στη Συρία, αυτός, αντί να αποφασίσει μόνος του την εισβολή, πράγμα που ήταν εντός των αρμοδιοτήτων του, αποφάσισε να «προσπαθήσει να πείσει τους σκεπτικιστές στη Γερουσία». Η Γερουσία του έβαλε πάγο και η εισβολή στη Συρία αναβλήθηκε.[1] Μετά που πολύ σταναχωρήθηκε, ο χρεοκοπημένος Ομπάμα ανακάλυψε ότι «τα χημικά που έριξε ο Άσαντ εναντίον του λαού του», δηλαδή ο λόγος της προτεινόμενης εισβολής, ήταν κατά βάση προβοκάτσια του τουρκικού κράτους. Εδώ η «Γερουσία» χρησιμοποιήθηκε ώστε να πιστοποιηθεί μια ήδη ειλημμένη απόφαση: το κράτος των ΗΠΑ καμία όρεξη δεν είχε να αναλάβει την πρωτοβουλία και το βάρος της εισβολής στη Συρία.
    Βέβαια, όταν είχαμε ασχοληθεί με τα συγκεκριμένα γεγονότα, δεν μας είχαν απασχολήσει τα τεκταινόμενα στο εσωτερικό των ΗΠΑ, οι γερουσίες, τα κονγκρέσα και τα ρέστα.[2] Από τη μια γιατί, αντίθετα με τους συγγραφείς της αφίσας που μας απασχολεί, έχουμε το κουσούρι της ελλειπούς γνώσης της λειτουργίας των θεσμών του αμερικανικού κράτους. Από την άλλη γιατί, όπως θα έχετε καταλάβει, χρησιμοποιούμε με εμμονή την απλή ιδέα της συνέχειας του κράτους. Είναι λόγω αυτής της εμμονής που αδιαφορούμε αν οι πρόεδροι είναι «χρεοκοπημένοι», ακόμη και αν τους δούμε να έχουν βγει στην Ομόνοια για ψιλά. Για παράδειγμα, ήμασταν οι τελευταίοι υπερασπιστές του «μαλάκα του Γιωργάκη», ακόμη και όταν αυτός είχε «χρεοκοπήσει» τόσο πολύ που στο τέλος έφυγε με πραξικόπημα. Και όντως, ο «Γιωργάκης» εξαφανίστηκε, αλλά οι κρατικές πολιτικές έμειναν και μας κάνουν παρέα. Με άλλα λόγια, όπως μάθαμε από την εμπειρία των τελευταίων χρόνων, είναι άλλο πράγμα το κράτος και άλλο το πολιτικό προσωπικό του: το πολιτικό προσωπικό έρχεται και παρέρχεται, το κράτος μένει, έχει στρατηγικές, τις βάζει σε εφαρμογή.
    Η ιδέα της συνέχεια του κράτους προέκυψε και τεκμηριώθηκε από τις «Σπουδές στο Γαλανομαυρο» και τις ενασχολήσεις μας με τη δικτατορία του Μεταξά. Επίσης από τις εμπειρίες των ελληνικών κρατικών πολιτικών κατά τα χρόνια που ακολούθησαν την «κρίση χρέους» του 2009. Χάρις σε αυτή την ιδέα αποφύγαμε ικανοποιητικά τις παγίδες των τελευταίων ετών με καλύτερες στιγμές την άνοδο της Χρυσής Αυγής και το δημοψήφισμα του 2015. Η ιδέα της συνέχειας του κράτους είναι μια ιδέα πολιτικά χρήσιμη και επαληθευμένη από την εμπειρία. Κι όμως, η αφίσα για την οποία συζητάμε, πετάει την ιδέα της συνέχειας του κράτους στα σκουπίδια, και ετοιμάζεται να ψηφίσει Τσίπρα για να μη βγει ο Σαμαράς, μόνο και μόνο για να σώσει μια άλλη ιδέα, απλή όσο και ιδιοτελή: ότι όταν το αμερικανικό κράτος συνομιλεί με το ελληνικό και είναι Νοέμβριος του 2016 και αυτοί που υπέγραψαν την αφίσα δεν μπορούν ή δεν θέλουν να κουνηθούν, πρέπει όλοι να κάνουμε το ίδιο!

Περί αδύναμων χρεοκοπημένων κρατών και ιστορίας
Στην περίπτωση του «χρεοκοπημένου Ομπάμα», η ιδιοτέλεια βρίσκει «θεωρητική δικαιολόγηση», έστω και του χειρίστου είδους, αλλά με σοβαρό κόστος. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και στην περίπτωση του «χρεοκοπημένου ελληνικού κράτους». Αυτό, σύμφωνα με τους συγγραφείς, είναι ένα κράτος όπου «η πραγματική εξουσία έχει περάσει στο οργανωμένο έγκλημα και τους μηχανισμούς του». Προφανώς δηλαδή, όταν ένα κράτος παθαίνει τέτοιο πράγμα, κάτι κακό του έχει συμβεί και μετά είναι «χρεοκοπημένο» με κάποια μεταφορική έννοια. Τι ακριβώς να είναι όμως αυτό το κακό; Μήπως του χρεοκοπημένου μαφιοζοποιημένου κράτους δεν πετάνε τα F-16 του; Μήπως οι μπάτσοι του σκοτώνουν λιγότερο; Μήπως δεν δουλεύουν τα Hot Spots του; Μήπως το οργανωμένο έγκλημα, μόλις «αναλάβει την πραγματική εξουσία», πουλάει τις φρεγάτες και ανοίγει μπαρμπουτιέρες;
    Στην πραγματικότητα βέβαια – από τη σκοπιά του περιοδικού που κρατάτε στα χέρια σας η πραγματικότητα είναι η ιστορική πραγματικότητα και όχι οι κακοχωνεμένες θεωρίες του Νέγκρι περί προσόδων – το ελληνικό κράτος σπανίως (μένουμε στα όσα γνωρίζουμε) έχει κάνει πόλεμο δίχως να είναι χρεοκοπημένο, μαφιοζοποιημένο και υπό διεθνή οικονομικό έλεγχο. Το ελληνικό κράτος χρεοκόπησε το 1893 και επιτέθηκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία το 1897. Έχασε τον πόλεμο και μπήκε υπό διεθνή οικονομικό έλεγχο το 1898 για να δανειστεί και να αποζημιώσει τους νικητές. Πολέμησε στους βαλκανικούς πολέμους του 1912-13 όντας χρεοκοπημένο, με έξτρα δάνεια που του δώθηκαν από τους εχθρούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Χρεοκόπησε ξανά το 1932. Προετοιμάστηκε για πόλεμο και πολέμησε στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο όντας χρεοκοπημένο.
    Καθόλη τη διάρκεια των εμπόλεμων περιόδων του, το ελληνικό κράτος ζούσε σε σχέση αρμονικής συμβίωσης με αυτό που οι νομοθέτες των αφεντικών και οι συγγραφείς της αφίσας αποκαλούν «μαφία». Ήταν χώρα παραγωγής καπνού στα τέλη του 19ου αιώνα, όταν η «νομιμότητα» και η «παρανομία» του καπνού ανακαλύφθηκαν μαζί με το σχετικό λαθρεμπόριο. Ήταν χώρα παραγωγής και εξαγωγής (δηλ. μεταφοράς) οπίου κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου, όταν η παρανομία των «ναρκωτικών» ανακαλύφθηκε και εφαρμόστηκε παγκοσμίως. Το ελληνικό κράτος χρηματοδότησε την προετοιμασία του για τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο δρώντας το ίδιο ως λαθρέμπορος ναρκωτικών και όπλων, σε ημιεπίσημη συνεργασία με το είδος των καπιταλιστών που σήμερα αποκαλούμε «μαφία». Εκτός όλων αυτών, το ελληνικό κράτος πέρασε μια από τις πιο κρίσιμες περιόδους της ύπαρξής του εντελώς χρεοκοπημένο και μαφιοζοποιημένο: μήπως δεν ήταν «χρεοκοπημένη» κυριολεκτικά και μεταφορικά η «κυβέρνηση των δωσίλογων» που πλήρωνε τα σώματα ασφαλείας και τους δημόσιους υπαλλήλους με συσσίτια και ανάγκαζε με τη βία δεκάδες χιλιάδες άλλους να πεθάνουν της πείνας; Ή μήπως δεν ήταν τόσο «μαφιοζοποιημένη», όταν οι ίδιοι οι υπουργοί της ήταν έως και λαθρέμποροι λαδιού; Μήπως αυτή η «χρεοκοπία» και η «μαφιοζοποίηση» εμπόδισαν το ελληνικό κράτος όπως είχε κατά την περίοδο 1941-1944 να διαθέτει ένοπλα σώματα επιβολής της τάξης και κοινωνικό έρεισμα, να ταχθεί με τη μεριά των νικητών του Παγκόσμιου Πολέμου, ή να κερδίσει τον εμφύλιο πόλεμο που ακολούθησε;[3]
    Ουδέποτε η «χρεοκοπία» ή η «μαφιοζοποίηση» εμπόδισαν το ελληνικό κράτος να έχει εξωτερική πολιτική και να ασκεί ένοπλη βία στο εξωτερικό και το εσωτερικό του. Και μέχρις εδώ τα πράγματα θα ήταν απλώς εκνευριστικά και διασκεδαστικά ταυτοχρόνως, όπως κάθε ημιμάθεια που μασκαρεύεται σε περισπούδαστο ύφος. Δυστυχώς όμως, το όλο πράγμα διαθέτει και σοβαρότατες πολιτικές συνέπειες: λέμε συγκεκριμένα για το συμπέρασμα ότι, λόγω «χρεοκοπίας» και «μαφιοζοποίησης», το ελληνικό κράτος βρίσκεται σε αδυναμία. Κατά τη γνώμη μας η θέση περί αδυναμίας του ελληνικού κράτους είναι μια θέση εξαιρετικά βλαβερή και επικίνδυνη.
    Να το ξεκαθαρίσουμε: βλαβερή, αλλά όχι για όποιονδήποτε. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης για παράδειγμα, τον Νοέμβρη που μας πέρασε βρέθηκε στα ηρωικά Ιωάννινα, δίπλα στη Βόρειο Ήπειρο. Και χρησιμοποίησε την ευκαιρία για να εκφράσει τις θέσεις της αφίσας που μας απασχολεί. Σύμφωνα με αυτό τον εκπρόσωπο του χρεοκοπημένου μαφιοζοποιημένου κράτους, βρισκόμαστε «αντικριστά με την ιστορία σε μια δύσκολη καμπή για την πατρίδα μας, σε μια εποχή που η οικονομική κρίση από τη μία και η έλλειψη εθνικής στρατηγικής από την άλλη, εμφανίζουν την Ελλάδα πιο αδύναμη από κάθε άλλη στιγμή σε ολόκληρη τη Μεταπολίτευση. Και όλο αυτό συμβαίνει, δυστυχώς, σε μια εποχή μεγάλης διεθνούς κινητικότητας που προκαλεί ανησυχία σε ό,τι αφορά στα δικά μας εθνικά συμφέροντα».[4] Δηλαδή, εκτός που του έχει διαφύγει η θέση περί μαφιοζοποίησης (εντάξει αυτός τη λέει «έλλειψη εθνικής στρατηγικής»), ο κύριος Μητσοτάκης θα μπορούσε να βγει να κολλήσει κι αυτός καμιά αφίσα στα Εξάρχεια.
    Μόνο που αυτός είναι κράτος και ξέρει τι λέει. Από τη σκοπιά του ελληνικού κράτους, η «αδυναμία της χώρας» και μαζί η ετοιμότητα των εχθρών/γειτόνων να εκμεταλλευτούν αυτή την αδυναμία, επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά με κάθε ευκαιρία. Και είναι λογικό. Στην κρατική πολιτική κάθε επιθετικότητα πρέπει να μεταμφιέζεται σε άμυνα, γιατί η άμυνα εναντίον κακόβουλων αντιπάλων είναι το υλικό από το οποίο φτιάχνονται οι εθνικές εορτές.
   Από τη σκοπιά των αντιπάλων του ελληνικού κράτους από την άλλη, ή σε περίπτωση που το ελληνικό κράτος λόγω εξαιρετικών περιστάσεων δεν έχει πια αντίπαλους, από τη σκοπιά εκείνων που προορίζονται για τροφή των σχεδίων του ελληνικού κράτους, η ίδια θέση είναι απλά εγκληματική. Γιατί είναι αυτή η θέση περί αδυναμίας, που θα μετατραπεί σε «νόμιμη άμυνα» και θα δικαιολογήσει κάθε πιθανή εμπλοκή του ελληνικού κράτους στο εξωτερικό. Έχει συμβεί ξανά και ξανά, είναι το υλικό από το οποίο φτιάχτηκε το «έπος του ‘40».

Περί σύγχρονων προλετάριων και γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας
«Αυτά» όμως δεν απασχολούν τους συγγραφείς της αφίσας. Γιατί πολύ απλά, «αυτά» είναι προβλήματα των αφεντικών μας. Ποια ακριβώς είναι «αυτά»; Η «οικονομική κρίση», η «έλλειψη εθνικής στρατηγικής», «τα εθνικά συμφέροντα», όλα αυτά τα ακατανόητα που συνιστούν την εξωτερική πολιτική του ελληνικού κράτους. Ο πόλεμος, ο μιλιταρισμός, ο στρατός, είναι ζητήματα που δεν αφορούν τους «σύγχρονους προλετάριους».
    Κι έτσι οι «σύγχρονοι προλετάριοι» γίνονται το πρώτο είδος προλετάριου στην ιστορία του καπιταλισμού που δεν έχει να φοβηθεί τίποτα από τις εξωτερικές περιπέτειες του κράτους του. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ θα έσκαγε απ’ τη ζήλια μπροστά στη μακαριότητά τους. Από την άλλη όμως, μιας και είπαμε «Ρόζα Λούξεμπουργκ», ίσως είναι καλό να θυμηθούμε ότι αυτό το είδος προλετάριου, το είδος δηλαδή που ασχολείται αποκλειστικά με τον μισθό και τις υπερωρίες και ταυτόχρονα θεωρεί πως το κράτος του αμύνεται ευρισκόμενο σε στιγμή αδυναμίας, στην πραγματικότητα δεν είναι και τόσο σύγχρονο. Ακριβέστερα μάλιστα, (γιατί οι προλετάριοι συνήθως δεν έχουν το προνόμιο να μιλούν οι ίδιοι με τρόπο που να μένει για εκατό χρόνια), η γραμμή της αφίσας που συζητάμε (το κράτος είναι σε αδυναμία σε σχέση με τους εξωτερικούς εχθρούς του, εμάς όμως τα «εξωτερικά» δεν μας νοιάζουν, εμείς θέλουμε αύξηση) είναι ακριβώς η γραμμή των ηγετών της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, ακριβώς η γραμμή των αμερικανικών συνδικάτων πριν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και πάει λέγοντας με ελαφρές παραλλαγές για όλα τα είδη σοσιαλισμού του μεσοπολέμου. Ας σημειωθεί μάλιστα ότι με αυτή τη γραμμή, υπήρξαν προνομιούχες μειοψηφίες Αμερικανών, Γερμανών, Γάλλων κλπ εργατών που όντως εξασφάλισαν μισθολογικές αυξήσεις, οκτάωρα και καλοκαιρινές άδειες λίγο πριν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.
    Αυτές οι παλιές «επιτυχίες» δεν είναι και τόσο δυσεξήγητες. Κάθε κράτος που προετοιμάζεται για πόλεμο είναι διατεθειμένο να προβεί σε ορισμένες παραχωρήσεις προκειμένου να εξασφαλίσει την εσωτερική συνοχή του. Οπότε, έλεγαν οι πατριώτες ρεφορμιστές κάθε είδους (διότι δεν υπάρχει άλλο είδος ρεφορμισμού εκτός από τον πατριωτικό ρεφορμισμό), αν δηλώσουμε ότι η πολεμική προετοιμασία «δεν είναι πρόβλημά μας» και ταυτόχρονα ζητήσουμε αυξήσεις, γιατί να μην μας τις δώσουν; Και ακόμη καλύτερα: αυτή η γραμμή δεν θα είναι αρεστή στο κράτος; Και δεν θα είναι έτοιμο το κράτος να αγκαλιάσει εκείνους που την λανσάρουν; Πράγματι, ορισμένοι από αυτούς έγιναν οι ίδιοι κράτος, όπως στην περίπτωση του Γαλλικού αριστερού «μετώπου». Θα μπορούσαμε να τσιτάρουμε εδώ το περίφημο απόσπασμα του κυρίου Κοτζιά περί «κατωτέρων τάξεων» και εξωτερικής πολιτικής, αλλά φοβόμαστε ότι ήδη το κουράσαμε.

Περί υπογραφών και οργάνωσης
Θα θέλαμε να πούμε και κάτι για την υπογραφή της αφίσας. Με μια πρώτη ματιά αυτή η υπογραφή μπορεί να φαίνεται σαν ένα ανώδυνο αφ’ υψηλού πείραγμα. Από την άλλη όμως, η χρήση υπογραφών που κανείς δεν έχει ξανακούσει προκειμένου να εκφραστούν κεντρικές πολιτικές γραμμές, υποδηλώνει ότι καμία από τις υπαρκτές δομές δεν θεωρείται άξια ή δεν είναι ικανή να εκφράσει τη συγκεκριμένη (απαραίτητη για το κίνημα) γνώμη. Οι ομάδες ανεμομάζωμα που διεκδικούν να ρίξουν γραμμή για λογαριασμό όλων χωρίς να ρωτήσουν κανέναν, υποτιμούν τις υπάρχουσες οργανωτικές δομές και όσους τις αποτελούν, νομιμοποιούν το οργανωτικό μπάχαλο και τις «ατομικές πρωτοβουλίες», υποβαθμίζουν τις ομάδες και τις συνελεύσεις, αποθεώνουν τα άτομα και διαδίδουν την εσφαλμένη γνώμη ότι οι πολιτικές κατευθύνσεις είναι ζήτημα «μιας καλής ιδέας».
Με τις καλές ιδέες των σοφών ατόμων μέχρι στιγμής δεν είχαμε ιδιαίτερο πρόβλημα. Απλά τις αγνοούσαμε. Μόνο που τώρα το είδος των απόψεων γίνεται πολύ μυστήριο για τα γούστα μας: πατριωτικός ρεφορμισμός του πιο επικίνδυνου είδους. Δεν ξέρουμε πώς ακριβώς προέκυψαν αυτού του είδους οι απόψεις και μας φαίνεται τερατώδες να υποθέσουμε ότι στ’ αλήθεια φιλοδοξούν να αποτελέσουν κάποιου είδους βαλκανικό ανάλογο της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας του είδους «η άκρα αριστερά στην Ελλάδα χρεοκόπησε (και αυτή) οπότε να πάρουμε τη θέση της».
    Ξέρουμε μόνο όσα είναι προφανή από τον δημόσιο λόγο: ότι αυτού του είδους οι απόψεις είναι ανιστόρητες και βασικά ευτράπελες. Ότι δύσκολα δελεάζουν ανθρώπους του είδους που επανδρώνει αντιφασιστικές ομάδες. Ότι είναι εντελώς αδύνατον να αποτελέσουν βάση αντικρατικής ή αντιμιλιταριστικής πολιτικής (φανταστείτε το: διαδήλωση «στριμωγμένα αφεντικά - δώστε μας κι εμάς λεφτά - τι μας νοιάζουν τα Ιμιά» – δεν κάνει ομοιοκαταληξία). Και ότι είναι επικίνδυνες. Γιατί απορρίπτουν την αντίληψη περί συνέχειας του κράτους, που πιστεύουμε ότι είναι σήμερα περισσότερο χρήσιμη από ποτέ. Ακόμη χειρότερα, γιατί υιοθετούν την αντίληψη περί αδυναμίας του ελληνικού κράτους σε αγαστή συμφωνία με το ίδιο το ελληνικό κράτος. Τέλος γιατί απορρίπτουν τα ζητήματα του στρατού, του μιλιταρισμού και του πολέμου ως «προβλήματα των αφεντικών» ενώ θα έπρεπε να ειναι γνωστό ότι αυτού του είδους τα «προβλήματα των αφεντικών» είναι η εργατική τάξη που θα τα φάει πρώτη στα μούτρα. Βέβαια όλα αυτά δεν είναι δίχως μια ιδιαίτερη εσωτερική λογική· το ξαναείπαμε: ο ρεφορμισμός μόνο πατριωτικός μπορεί να είναι.

Περί ευθύνης και δημόσιου λόγου
Σε αυτό το περιοδικό, όπως και στη συνέλευση autonome antifa, όταν λέμε τη γνώμη μας περί δημόσιου λόγου, συνήθως χρησιμοποιούμε σύντομες διατυπώσεις, όπως ότι «ο δημόσιος λόγος, πρέπει να έχει από πίσω του συλλογικά υποκείμενα»· συνήθως όμως εννοούμε πολλά περισσότερα από όσα φαίνεται από αυτή την απλή πρόταση. Εννοούμε ότι οι ατομικές ιδέες πρέπει να ελέγχονται από συλλογικές διαδικασίες. Ότι πρέπει να υπάρχει η εσωτερική δυνατότητα ελέγχου του τι λέγεται και γιατί ακριβώς λέγεται. Ότι οι «νέες ιδέες», εφόσον υπάρχουν, πρέπει να μπορεί να κριθούν επί τόπου από ανθρώπους που διαθέτουν παρόμοια γνώση και παρόμοιο πολιτικό βάρος με τους εκφραστές των «νέων ιδεών». Ότι οι «νέες ιδέες» πρέπει να κρίνονται, εκτός από τη στιγμή που εκφέρονται, και σε βάθος χρόνου, να κρίνονται ως πολιτικές επιλογές μαζί με τις επιπτώσεις τους. Και ότι όλα αυτά δεν είναι διανοητικά ζητήματα, είναι οργανωτικά ζητήματα.
    Τα υποστηρίζουμε όλα αυτά, όχι για ηθικούς αλλά για πολιτικούς λόγους. Γιατί ξέρουμε πως κάθε δημόσιος λόγος είναι επιδραστικός· επηρρεάζει ανθρώπους έξω από το άτομό μας, υποδεικνύει κατευθύνσεις πολιτικής δράσης. Και γιατί νομίζουμε πως όποιος αναλαμβάνει την ευθύνη να υποδείξει κατευθύνσεις πολιτικής δράσης (απλά: να λέει σε άλλους τι να κάνουν) πρέπει να λογοδοτεί σε ευρύτερα σχήματα και να αναλαμβάνει σε βάθος χρόνου τις ευθύνες που πάνε παρέα με τις πρωτοβουλίες του. Ειδάλλως, οι κατευθύνσεις πολιτικής δράσης θα διαδέχονται η μία την άλλη δίχως αυτοκριτική, συνεπώς θα αποτυγχάνουν δίχως η αποτυχία τους να μετατρέπεται σε συλλογική γνώση και εμπειρία.
    Δηλαδή ο δημόσιος λόγος όπως τον καταλαβαίνουμε σε αυτό το περιοδικό πρέπει να μπορεί να κρίνεται συλλογικά, τόσο τη στιγμή που εκφέρεται όσο και σε βάθος χρόνου. Να μένει στη μνήμη μαζί με τις μεταβολές του. Να γίνεται αντιληπτός ως κατεύθυνση συλλογικής δράσης και όχι ως έξυπνη ατομική ιδέα. Οι καιροί είναι δύσκολοι. Και οι πειραματισμοί του είδους «πατριωτικός ρεφορμισμός» είναι επικίνδυνοι.
    Κατά τα άλλα συνεχίζουμε να υποστηρίζουμε τις μόνιμες αυτοοργανωμένες δομές.
    Kαι ευχαριστούμε για την προσοχή σας.

1. Ενδεικτικά «ΗΠΑ: Πιέσεις Ομπάμα για την Επέμβαση στη Συρία», Ναυτεμπορική, 2/9/2013. Απλά γράψαμε στη μπάρα της γνώσης «Ομπάμα Συρία Γερουσία». Η μπάρα της γνώσης δουλεύει μόνο όταν ξέρεις τι θέλεις να πεις.
2. Για την πλήρη εξιστόρηση των γεγονότων, οπως παρουσιάστηκε σε αυτό το περιοδικό, δείτε «Το Κογιότ της Ερήμου: Σχέδια του Αμερικανικού Κράτους και των Φίλων του για τη Μέση Ανατολή», Antifa #38, 10/2013. Επίσης «Πληροφορία, Μνήμη και Παγκόσμιος Πόλεμος στη Συρία», Antifa #43, 10/2014.
3. Για την Ελλάδα ως κράτος παραγωγής οπίου και τη συμβιωτική σχέση κράτους και ναρκεμπόρων στον μεσοπόλεμο, Joanna Tsiganou, Law Making on Drugs and Politics in Greece, ΕΚΚΕ, 2003. Για την δικτατορία του Μεταξά και τους Έλληνες εφοπλιστές ως λαθρέμπορους όπλων, Θανάσης Σφήκας, Η Ελλάδα και ο Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος, Στάχυ, 2000. Για την «κυβέρνηση των δοσίλογων» ως ελληνικό κράτος και τη σχέση της με τις «μαφίες», μπορεί να δει κανείς τις συνέχειες της στήλης «Σπουδές στο Γαλανόμαυρο» από το τεύχος 33 και μετά.
4. Συνέχισε στέλνοντας στους γείτονες αυστηρό μήνυμα: «με την Ελλάδα μην παίζετε». Σχετικά, «Κυρ. Μητσοτάκης: Μην Παίζετε με την Ελλάδα», Καθημερινή, 25/11/2016.