29 Ιουνίου, 2017

 

 

 


  
 

ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ
#56

6/2017

 

 

 

Θα το βρείτε σε βιβλιοπωλεία
και περίπτερα των εξαρχείων 
και σε αυτοδιαχειριζόμενους
κοινωνικούς χώρους.
[Αναλυτικά τα σημεία διακίνησης]


Για ταχυδρομική αποστολή του 
τρέχοντος ή παλαιότερων τευχών 
στείλτε mail στο
antifascripta@yahoo.com

 

 

 



 

ΞΑΝΑΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ
 

Martin Lux
  ANTIFASCIST '77
Σύντομη ιστορία του
βρετανικού αντιφασισμού
σε πρώτο πρόσωπο (1970-1980)

από τις εκδόσεις antifa scripta
  Ιούνης 2017

 

 

 

 


 

Πόλωση, πόλωση, πόλωση!
(η τοπική δράση σε καιρούς καπιταλιστικής κρίσης)

τεύχος 42, 27/7/2014

Μία απ’ τις πολλές αναλυτικές καινοτομίες που ωρίμασε στα θυελλώδη ιταλικά 70s ήταν κι αυτή του κοινωνικού εργοστασίου. Οι μακρινοί σύντροφοι που την έφεραν στο προσκήνιο και ειδικά οι αυτόνομες φεμινίστριες που την εμπλούτισαν με νέες και μαχητικές κατευθύνσεις, υποστήριζαν ότι δεν είναι το εργοστάσιο ο μοναδικός τόπος που εκτελείται εργασία – αλλά ότι η εργασία εκτελείται σ’ όλα τα πεδία του κοινωνικού. Κατέληγαν συνεπώς να εξετάζουν ολόκληρη την ιταλική κοινωνία σαν ένα τεράστιο εργοστάσιο, όπου καμία σχέση δεν ήταν έξω απ’ τα ενδια-φέροντα της εργατικής αναπαραγωγής και της απόσπασης υπεραξίας[1]. Οι συνέπειες αυτής της θέσης ήταν πολύτιμες και πολυάριθμες, υιοθετήθηκαν δε με διάφορους βαθμούς επιτυχίας.
Στα μέρη μας για παράδειγμα η ιδέα του κοινωνικού εργοστασίου έγινε από διάφορες πλευρές αντιληπτή ως εξής: αφού η κοινωνία είναι ένα μεγάλο εργοστάσιο, τότε οι πάντες είναι εργάτες! Κι έτσι οι επίδοξοι νονοί άρχισαν να αυτοσχεδιάζουν κατά το δοκούν. Μια από μνήμης αναδρομή στα βαφτίσια των τελευταίων χρόνων είναι το δίχως άλλο αποκαλυπτική: οι φοιτητές είναι εργάτες, οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι εργάτες, οι δημοσιογράφοι είναι εργάτες, οι δικηγόροι είναι εργάτες, οι σεκιουριτάδες είναι εργάτες – όλοι είναι εργάτες! Ήταν μια ιδέα που απ’ τη μία ακύρωνε κάθε δυνατότητα μαχητικής ταξικής ανάλυσης κι απ’ την άλλη κόλλαγε πολύ ταιριαστά με τα αριστερά σχήματα που είχαν εγκαταλείψει προ πολλού οποιαδήποτε αναφορά στην τάξη, αντικαθιστώντας την με τη σούπα του «ελληνικού λαού» και της «ελληνικής κοινωνίας». Φυσικά για την ανοησία των επιγόνων τους δε φταίνε οι ιταλοί αυτόνομοι. Όχι επειδή ό,τι ειπώθηκε εκείνη την ηλεκτρισμένη περίοδο ήταν τάχα αλάνθαστο, αλλά επειδή η ερμηνεία και η εφαρμογή τέτοιων ιδεών ποικίλλει ανάλογα με την πολιτική, τη διανοητική και οργανωτική κατάσταση των δρώντων υποκειμένων. Αν πάντως θέλετε τη γνώμη μας, η ιδέα του κοινωνικού εργοστασίου ήταν και παραμένει φοβερά παραγωγική. Και τούτο επειδή φέρνει στο προσκήνιο τη γνώμη ότι παντού στον καπιταλισμό υπάρχει εργασία, είτε αυτή είναι ορατή είτε είναι αόρατη.
Μπορεί εξαρχής να μη φαίνεται, αλλά τούτη η ερμηνεία ανοίγει με τη σειρά της έναν ειδικό τρόπο πολιτικής παρέμβασης. Γιατί αν δεχτούμε ότι παντού υπάρχει εργασία σημαίνει ότι κάθε σχέση (άσχετα αν είναι έμμισθη ή όχι) διατρέχεται από μια βασική αντίθεση. Σε ό,τι αφορά την εργασία που διεξάγεται εντός του εργοστασίου, η ανάδειξη της αντίθεσης ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία κι η πόλωση των δυο αυτών αντίπαλων πλευρών, είχε σε διάφορες περιπτώσεις εκπληκτικά αποτελέσματα. Ο εμπόλεμος χαρακτήρας κι η κατανόηση των αντίπαλων πλευρών μένει να ανιχνευθεί και να τεθεί σε κίνηση και σε κάθε άλλη όψη του κοινωνικού εργοστασίου – αυτό είναι το δίδαγμα που νομίζουμε ότι κομίζει η θεωρία του κοινωνικού εργοστασίου. Με άλλα λόγια: Όχι παντού εργάτες – αλλά παντού εργασία! Όχι παντού εκμεταλλευόμενοι – αλλά παντού εκμετάλλευση! Όχι χονδροειδή σχήματα με «εφοπλιστάδες και λαουτζίκο»  – αλλά πολλά εμπόλεμα πεδία, εστίαση στα αντιτιθέμενα συμφέροντα (ακόμη και στο εσωτερικό της τάξης), διανοητική εγρήγορση στις αλλαγές που αφορούν την τεχνική σύνθεση της τάξης και πάει λέγοντας. 
Ήδη με τη δημιουργία των πρώτων antifa πυρήνων και συνελεύσεων η ιδέα της τοπικής δράσης μάς φαινόταν αντίστοιχη με το σώμα ιδεών και πρακτικών που είχαμε αναπτύξει ως τα τότε. Απ’ τη μια ήμασταν ήδη φορείς της άποψης που δεν αναγνώριζε καμία «κοινωνία» γενικά κι αόριστα, αντιθέτως έψαχνε όπου μπορούσε τις ταξικές αντιθέσεις. Κι από την άλλη είχαμε αναπτύξει (έστω προσπαθούσαμε…) έναν τρόπο να μιλάμε στα νέα υποκείμενα που πέταγε στα σκοινιά η καπιταλιστική εκμετάλλευση της εποχής μας. Κατά τα άλλα, ο λάκκος με τα φίδια παραμόνευε ορθάνοιχτος. Έπρεπε να ξεπεράσουμε την καταστροφική ιδέα ότι καθετί σημαντικό γεννιόταν και εφαρμοζόταν στο «κέντρο», προτού μεταμοσχευτεί ως είχε στις γειτονιές. Έπρεπε να πετάξουμε στα σκουπίδια την παράδοση που ήθελε την τοπική δράση να είναι κατά βάση μια άνευρη ενασχό-ληση με τα «προβλήματα της γειτονιάς», όπου κάθε πιθανότητα πρόκλησης πόλωσης ήταν εξορισμού αδύνατη, θαμμένη κάτω απ’ τη γενική απεύθυνση στους «γείτονες». Έπρεπε να έρθουμε σε ρήξη με την αντίληψη που ήθελε τη γειτονιά ένα στατικό πεδίο, όπου το μόνο άξιο αναφοράς είναι οι πιτσιρικάδες που κάνουν ποδήλατο.
Αυτό που είχαμε ανάγκη ήταν μια νέα αντίληψη για τις γειτονιές και τις σχέσεις που επικρατούν εντός τους – κι άρα μια πολιτική προσαρμοσμένη σ’ αυτή τη νέα αντίληψη. Κουτσά στραβά προσπαθήσαμε να απομακρυνθούμε όσο περισσότερο μπορούσαμε απ’ τις γενικόλογες διακηρύξεις και τα απογειωμένα προτάγματα και κοιτάξαμε να εφαρμόσουμε στην πράξη την αντίληψη που ήθελε κάθε γειτονιά να είναι ένα πεδίο μάχης. Ήταν βασικό να εντοπίσουμε τις αντιθέσεις που βρίσκονταν σε κατάσταση ύπνωσης, να εστιάσουμε σ’ αυτές και να τις χρησιμοποιήσουμε σαν εργαλεία μάχης. Τα αποτελέσματα δεν ήταν πάντοτε αξιομνημόνευτα. Όπου όμως αυτή η διαδικασία πόλωσης δουλεύτηκε με επιμονή και όπου η εκτίμησή μας είχε όντως βάση τα πήγαμε καλύτερα. Υπήρξαν περιπτώσεις που η «τοπική δράση», αντί να μας κάνει να μοιάζουμε γραφικοί στα μάτια των τοπικών δομών εξουσίας, μας έφερε σε θέση υπολογίσιμη για τις τοπικές εξουσίες (επίσημες και μη). Η με διάφορους τρόπους κινητοποίηση ενάντια στην επιτροπή κατοίκων Μοσχάτου – Ταύρου, η εναντίωση στα λόγια και στα έργα στη δημοτική αρχή του ίδιου δήμου για το χάιδεμα των ρατσιστών δημοτών της και η ανάδειξη του ζητήματος σε τοπικό επίπεδο, ανάγκασε το δήμαρχο να κάνει πίσω, προσπαθώντας να μας πείσει ταυτόχρονα για το αγαθό των προθέσεών του[2]. Η μέρα-τη-μέρα αντιφασιστική δουλειά στην Καλλιθέα, η δημιουργία και η λειτουργία του τοπικού πυρήνα, η πόλωση με το καντάρι που συσσωρεύτηκε στη γειτονιά, οδήγησε τον τοπικό ναζιστικό πυρήνα σε επίθεση δίχως αύριο. Η δε ενασχόληση του antifa πυρήνα στο Χαλάνδρι με τους ρομά, ανάγκασε ολόκληρο το δημοτικό συμβούλιο να πάρει θέση, μόνο και μόνο επειδή κολλήθηκε μία αφίσα που επιτέλους δεν ήταν σκέτη ιδεολογία. Δεν αναφέρουμε αυτά τα τρία παραδείγματα για να πουλήσουμε μούρη. Τα αναφέρουμε επειδή όλα τους στηρίζονται σε μια κοινή μεθοδολογία πολιτικής παρέμβασης σε τοπικό επίπεδο. Κοντολογίς: όχι γλύψιμο στους μικροαστούς, αλλά πόλωση και μίσος ταξικό, όχι αφηρημένη ιδεολογία, αλλά ανίχνευση των ταξικών αντιθέσεων και ταρακούνημά τους, όχι επένδυση στα πρόσωπα (η γιαγιάκα στη γωνία, ο δήμαρχος που είναι αριστερός ή δεξιός, οι γείτονες που αντιτίθενται στο χαράτσι), αλλά πολιτική με βάση τις σχέσεις (ποιοι είναι ιδιοκτήτες, ποιοι είναι μαγαζάτορες, τι παίζει με τη δεύτερη γενιά, τι μπίζνες κάνει ο δήμαρχος).
Τολμάμε μάλιστα να κάνουμε και μια βραχυπρόθεσμη πρόβλεψη: έχουμε τη γνώμη ότι καθώς η καπιταλιστική κρίση αλά ελληνικά θα προχωράει και θα βα-θαίνει, καθώς ο κόσμος όπως τον ξέραμε θα διαλύεται μέχρι να εξαφανιστεί τελείως, οι υποψήφιοι να εκδηλώνουν την αντίθεσή τους στους σχεδιασμούς του ελληνικού κράτους και του ελληνικού κεφαλαίου όλο και θα πληθαίνουν. Αυτή η αντίθεση θα κινητοποιείται ελάχιστα από ιδεολογικούς όρους και σχεδόν κατά βάση από το ένστικτο της επιβίωσης. Η τοπική δράση του είδους που περιγράφουμε, δηλαδή η οργανωμένη όξυνση του ταξικού ρήγματος που εμφανίζει κάθε συγκεκριμένο πεδίο του καπιταλιστικού καταμερισμού της εργασίας (είτε αυτός αφορά μια γειτονιά, είτε έναν εργασιακό χώρο), είναι ένα πεδίο που, μέσα στο φόντο της γενικής κατάρρευσης, μπορεί να αποκτήσει νέες, ανεξερεύνητες, ταξικά χρήσιμες δυνατότητες. Κατά τα άλλα βέβαια, τίποτε δεν προσφέρεται στο χέρι.


[1] Δες για παράδειγμα: Selma James & Mariarossa Dalla Costa, Η δύναμη των γυναικών και η κοινωνική ανατροπή, No Woman’s Land, 2008.
[2] Περισσότερα στο Επιτροπές Κατοίκων, Κατάδυση στο Μέλλον του Ελληνικού Φασισμού, autonome antifa, 2012.