24 Ιουλίου, 2017

 

 

 


  
 

ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ
#56

6/2017

 

 

 

Θα το βρείτε σε βιβλιοπωλεία
και περίπτερα των εξαρχείων 
και σε αυτοδιαχειριζόμενους
κοινωνικούς χώρους.
[Αναλυτικά τα σημεία διακίνησης]


Για ταχυδρομική αποστολή του 
τρέχοντος ή παλαιότερων τευχών 
στείλτε mail στο
antifascripta@yahoo.com

 

 

 



 

ΞΑΝΑΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ
 

Martin Lux
  ANTIFASCIST '77
Σύντομη ιστορία του
βρετανικού αντιφασισμού
σε πρώτο πρόσωπο (1970-1980)

από τις εκδόσεις antifa scripta
  Ιούνης 2017

 

 

 

 


 

Επώδυνοι τοκετοί: η γέννηση της αυτονομίας
τεύχος 39, 16/12/2013

Το βασικό μειονέκτημα όλων εμάς είναι ότι δεν τα πάμε καλά με την ιστορία. Δεν εννοούμε προφανώς ότι αγνοούμε τα ιστορικά γεγονότα του απώτερου παρελθόντος - όχι. Η μεγάλη μας πληγή είναι η αδυναμία κατανόησης των βαθιών κοινωνικών αλλαγών που συντελέστηκαν τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες. Υπάρχουν βέβαια σοβαρά ελαφρυντικά. Οι περισσότεροι από μας γεννήθηκαν στις δεκαετίες του '70 και του '80, εκ των πραγμάτων λοιπόν δεν βίωσαν, παρά μόνον ίσως σα θολή ανάμνηση, τη μετάβαση του ελληνικού κράτους από δικτατορία σε δημοκρατία δυτικού τύπου. Προσθέστε εδώ το δυστύχημα ότι οι πολιτικές οργανώσεις της εποχής στην ουσία φυτοζωούσαν• ότι τα σχολικά εγχειρίδια τελείωναν την ιστορική τους αφήγηση με την “τραγωδία της Κύπρου”• κι ότι σε γενικές γραμμές η ελληνική κοινωνία ήταν απασχολημένη με οτιδήποτε άλλο (βασικά να περνάει καλά), πλην του να μελετάει την ιστορία της και τα ελαφρυντικά μοιάζουν να οδηγούν σε αθώωση.
Από την άλλη, ελαφρυντικά - ξεελαφρυντικά, η κατάσταση ήταν πολύ σοβαρή. Το ελληνικό κράτος της δεκαετίας του '80 έπαιρνε μια εξόφθαλμα διαφορετική μορφή απ' αυτήν που το συνόδευε σε όλη τη διάρκεια του 20ου αιώνα. Δε μιλάμε εδώ για διαφορές επουσιώδεις: μια τεράστια αλλαγή στρατηγικού προσανατολισμού ωρίμαζε στο συλλογικό νου της ελληνικής αστικής τάξης, αλλαγή που ξεκίναγε από τη λειτουργία που θα πρέπει να διαδραματίζει το πολιτικό σύστημα και τελείωνε στη φύση που θα πρέπει να αποκτήσει η ελληνική κοινωνία. Σειρά “αδιανόητων” εξελίξεων ακολούθησε έκτοτε. Ο Καραμανλής ο Α νομιμοποίησε το Κομμουνιστικό Κόμμα. Ο Παπανδρέου ο Β αναγνώρισε την “εθνική αντίσταση”. Η χώρα ύστερα από δεκαετίες ακροδεξιών πολιτικών σχηματισμών στην κορυφή της, απέκτησε “σοσιαλιστική” κυβέρνηση. Και τελικά, στα τέλη της “ακατανόητης” δεκαετίας του ’80 το ελληνικό compromesso storico έγινε κι αυτό πραγματικότητα: το δεξί κομμάτι του ελληνικού πολιτικού συστήματος αγκάλιασε το αριστερό, ο καρπός της αγάπης τους ονομάστηκε “οικουμενική κυβέρνηση” και οι άλλοτε μισητοί εχθροί ενώθηκαν εις σάρκαν μία.
Όποιος μπορούσε να καταλάβει τη σημασία εκείνων των αλλαγών, λογικά δε θα νιωθε και ιδιαίτερα ευχάριστα. Η συνειδητοποίηση ότι το ελληνικό κράτος ολοκληρωνόταν, ότι εγκόλπωνε στο modus vivendi του το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων, δεν ήταν απ' τις συνειδητοποιήσεις που λυτρώνουν, εκτός βέβαια αν υιοθετεί κανείς την αριστερή οπτική. Αυτό που οι Ιταλοί αυτόνομοι περιέγραψαν ως το κράτος των κομμάτων χτιζόταν με τον ειδικό του τρόπο και στα καθ' ημάς. Και φυσικά δεν περιελάμβανε ομόνοια και κοινούς στόχους μοναχά στις ανώτερες βαθμίδες, αλλά απαιτούσε εξίσου συστράτευση και άμβλυνση των ταξικών αντιθέσεων στο επίπεδο της ελληνικής κοινωνίας. Ίσως πια σήμερα να μας φαίνεται ασήμαντο, ωστόσο η ενσωμάτωση της αριστεράς και των πολιτικών της οργανώσεων στο σκληρό πυρήνα του ελληνικού κράτους υπήρξε η πιο κομβική στιγμή των τελευταίων σαράντα χρόνων. Κι αυτό γιατί μετά από περίπου έξι δεκαετίες διαρκούς εμφυλίου πολέμου, μετά από ποταμούς αίματος και μίσους απύθμενου, μετά από ανταρτοπόλεμο και τάγματα ασφαλείας, μετά από εθνικό διχασμό και παρολίγον διάσπαση, το ελληνικό κράτος απέκτησε εσωτερική συνοχή, κοινούς (ή περίπου κοινούς...) στόχους για την εξωτερική του πολιτική, κοινή (ή περίπου κοινή...) γνώμη για την ταξική εκμετάλλευση, κοινές (ή περίπου κοινές...) προοπτικές. Και επίσης άλλαξε στελεχικό δυναμικό. Τα φρεσκοξυρισμένα μάγουλα των χουντικών συνταγματαρχών αντικαταστάθηκαν από τριχωτές κεφαλές, τα κλαρίνα από ροκ συναυλίες με κρατική επιχορήγηση και ο υποχρεωτικός εκκλησιασμός από πρωτόγνωρη σεξουαλική απελευθέρωση.
Βέβαια αυτά ήταν απλώς τα επιφαινόμενα. Γιατί κατά τα άλλα, η ολοκλήρωση του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού σήμαινε επίσης καθολική επίθεση στις δυνατότητες αυτονομίας του προλεταριάτου. Πράγματι, με την ταξική ειρήνη να δίνει αέρα στα πανιά του, το ελληνικό κράτος μπόρεσε για πρώτη φορά μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο να θέσει σε κίνηση τις ιμπεριαλιστικές του βλέψεις στα βόρεια και στα ανατολικά του σύνορα. Η ομογενοποίηση της ελληνικής κοινωνίας έδωσε μορφή και περιεχόμενο στο καταναλωτικό όνειρο και δόξασε το lifestyle ως Θεό. Ο ταξικός ανταγωνισμός ανετέθη επί μισθώ στις επίσημες συνδικαλιστικές οργανώσεις, οι οποίες σαν ανταπόδοση κοιτούσαν να τον κατευθύνουν σε ανώδυνες ατραπούς. Η εργασία κατασυκοφαντήθηκε, το τέλος της δοξάστηκε σαν την έλευση του Θεανθρώπου, την ίδια στιγμή που η καθολική εκμετάλλευση των μεταναστών εργατών μετατράπηκε στην ανομολόγητη προϋπόθεση ευμάρειας και πλουτισμού. Εντωμεταξύ, ο ρατσισμός και η μικροαστικοποίηση κάλπαζαν, η απουσία εργατικού κινήματος έβγαζε μάτι, η μεταφυσική πεποίθηση ότι το μέλλον μας θα βαίνει από το καλό στο καλύτερο είχε αποκτήσει ισχύ αυτονόητου.
Τολμούμε να πούμε ότι αυτή η no way out προοπτική, η ολοκλήρωση δηλαδή του ελληνικού κράτους ταυτόχρονα με την ομογενοποίηση της ελληνικής κοινωνίας, υπήρξε η γενέθλια συνθήκη για τις ιδέες και τiς πρακτικές της αυτονομίας, όπως αυτές εκφράζονται σ' αυτό και σε άλλα περιοδικά κι όπως εκφράζονται στο δρόμο από μας και από δεκάδες άλλους συντρόφους και συντρόφισσες. Τολμούμε να πούμε ότι οι πρώτες απόπειρες εναντίωσης στη μετάλλαξη του ελληνικού κράτους και της ελληνικής κοινωνίας, από τις αρχές του '90 και μετά, ήταν στην ουσία τους τα πρώτα ανεπεξέργαστα σκιρτήματα της ανάγκης για αυτονομία. Για να το πούμε αλλιώς, μας φαίνεται ότι ήταν η ίδια η καπιταλιστική ολοκλήρωση αλά ελληνικά που γέννησε τον εχθρό που της αντιστοιχούσε. Και μάλιστα σε μια ιστορική συγκυρία που η εκμηδένιση του εσωτερικού εχθρού είχε πανηγυριστεί σα θρίαμβος. Για να προλαβουμε τυχόν παρανοήσεις: δεν εννοούμε τις αυτόνομες ιδέες και πρακτικές σα μια μετωπική σύγκρουση δίχως αύριο. Κάθε άλλο. Στο μυαλό μας οι αυτόνομες ιδέες και πρακτικές των αρχών της δεκαετίας του '90 ήταν μια διάχυτη και ενστικτώδης άρνηση εγκλωβισμού, μια ασχεδίαστη αναζήτηση διεξόδου κινδύνου απέναντι σε ένα κράτος και μια κοινωνία που έκλεινε κάθε πόρο αυτονομίας. Ήταν ένα μείγμα διαίσθησης και εμπειρισμού, που όσο εύκολα μπορούσε να καταλάβει τους εχθρούς του, άλλο τόσο δύσκολα ήταν σε θέση να εξηγήσει τον εαυτό του: την ιστορική του προέλευση και την πολιτική του κατεύθυνση.
Έτσι όπως εξετάζουμε την ιστορία, νομίζουμε ότι η αυτονομία στην Ελλάδα δεν ήταν άνθρωποι. Ήταν ένα σώμα ιδεών γύρω απ' το οποίο συγκεντρώθηκαν οι πρώτοι αυτόνομοι. Μπορεί να μην ήταν σχεδιασμένο, αλλά οι βασικές θεωρητικές και πρακτικές κατευθύνσεις των αυτόνομων στρέφονταν, στο μέτρο που τους αναλογούσε, ακριβώς ενάντια στο τέρας που παρήγαγε η κρατική ολοκλήρωση και η κοινωνική ομογενοποίηση. Την ίδια στιγμή που εξελίσσονταν τα μακεδονικά συλλαλητήρια και παιζόταν η στρατιωτική εισβολή στη Μακεδονία, γεννήθηκαν οι απόψεις των αυτόνομων για τον ιμπεριαλισμό του ελληνικού κράτους. Την ίδια στιγμή που ο ρατσισμός της ελληνικής κοινωνίας και του ελληνικού κράτους επέλαυνε, σχηματίστηκαν οι πρώτες ομάδες και τα πρώτα έντυπα που πολεμούσαν το ρατσισμό στο δρόμο και στα μυαλά. Την ίδια στιγμή που κυριαρχούσαν οι κρατικές θεωρίες περί τέλους της ιστορίας και τέλους της εργασίας, δημοσιεύονταν δειλά δειλά κείμενα και αφίσες που έβαζαν την εργασία και την εκμετάλλευσή της στο κέντρο της επιχειρηματολογίας τους. Την ίδια στιγμή που η αριστερή σκέψη και οργάνωση είχαν μετατραπεί σε οργανικό κομμάτι του ελληνικού κράτους και του ελληνικού καπιταλισμού, η αυτόνομη οπτική τις αντιμετώπιζε ως εχθρικά μορφώματα κι όχι ως “συντρόφους που δεν ασκούν βία”. Την ίδια στιγμή που οι μεσολαβήσεις πύκνωναν σε βαθμό που είχε μαυρίσει ο ορίζοντας, οι αυτόνομοι κοιτούσαν να αποδράσουν, στα λόγια και στα έργα, από την τυραννία της κυρίαρχης αλήθειας.
Η γέννηση της αυτονομίας στην Ελλάδα ήταν μια διαδικασία μακρά, επώδυνη, κι όχι πάντοτε επιτυχημένη. Όμως υπήρξε. Κι όπως μας είπε ένας φίλος, το πιο ενδιαφέρον δεν είναι ότι υπήρξε. Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι είχε τόσο μικρή απήχηση...