15 Νοεμβρίου, 2018

 

 ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΑ

Το περιοδικό antifa
και οι εκδόσεις antifa scripta
κυκλοφορούν στο βιβλιοπωλείο Nouveau
[Παντανάσσης 78, στον πεζόδρομο]
 


 

 

 

 


 

 

Το σχέδιο διάλυσης του Ιράκ, 1991-2014.

 

1. Σταθερότητα και διαλυτικές τάσεις στο Ιράκ (1991 - 2003).

Ο Ιωάννης Λουκάς, καθηγητής στη σχολή ναυτικών δοκίμων, κρυφός θαυμαστής του Αδόλφου Χίτλερ και αστέρας της εγχώριας γεωπολιτικής κατά την δεκαετία του ’90, έγραψε το βιβλίο με τίτλο Η Γεωπολιτική το 2000. Εκεί, έπειτα από 348 σελίδες χρήσιμων παρατηρήσεων σχετικά με τον τρόπο σκέψης των αφεντικών, ο Λουκάς εξηγούσε την γεωπολιτική ισορροπία της Μέσης Ανατολής ως εξής:

 

Αν φανταστούμε όλη τη Μέση Ανατολή ως μια θόλο γοτθικού ρυθμού της οποίας οι τρεις «νευρώνες», κατά τη γλώσσα της αρχιτεκτονικής, είναι το Ιράν, η Σαουδική Αραβία και η Τουρκία, το Ιράκ παίζει τον ρόλο της «κλείδας του θόλου» η οποία, επειδή αποτελεί το πεδίο όπου συγκλίνουν οι αντίρροπες δυνάμεις που ενεργοποιούνται στο συνολικό οικοδόμημα, συγκρατεί «εν τάξει» όλα τα επιμέρους στοιχεία της κατασκευής. (...) αυτή την προνομιακή θέση της «κλείδας του θόλου» το Ιράκ δεν πρόκειται να τη χάσει ούτε στην περίπτωση ακρωτηριασμού του προς το Βορρά (δημιουργία κουρδικού κράτους) ούτε ακόμα και σε περίπτωση απώλειας του σιιτικού Νότου (...).[1]

 

 Δεν είναι παράξενο που, τρία χρόνια πριν από την εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ, ο Λουκάς είχε υπ’ όψη του το ενδεχόμενο διαμελισμού του Ιράκ σε τουλάχιστον τρία μέρη. Ήδη από τον πρώτο «Πόλεμο του Κόλπου» το κράτος των ΗΠΑ είχε επιβάλλει στο Ιράκ αεροπορικό αποκλεισμό, με τον τρόπο που φαίνεται στον χάρτη 1.

 

 

 

Χάρτης 1: Απαγόρευση πτήσεων πάνω από το Ιράκ, 1991-2003. NFZ σημαίνει «No Flying Zone».

 

Αυτός ο αεροπορικός αποκλεισμός στερούσε από το ιρακινό κράτος μέρος της εθνικής κυριαρχίας του, ειδικά στις περιοχές που ο Λουκάς θεωρούσε πιθανόν «να απωλεσθούν». Δηλαδή στο νότιο τμήμα, όπου κατοικούσαν οι Σιίτες του Ιράκ και στο βόρειο τμήμα όπου κατοικούσαν οι Κούρδοι του Ιράκ. Ο αποκλεισμός χαλάρωνε την κυριαρχία του ιρακινού κράτους, και βοηθούσε τις μειονότητες να στήσουν τις δικές τους δομές «τοπικής αυτοδιοίκησης», που ειδικά στον κουρδικό βορρά αποτελούσαν το πρόπλασμα κάποιου κράτους. Ταυτόχρονα ωθούσε τα μέλη των «μειονοτήτων» που ζούσαν στο υπόλοιπο Ιράκ να μετακινηθούν προς τα βόρεια ή τα νότια, όπου δεν θα αποτελούσαν πλέον μειονότητα και θα απομακρύνονταν από την εμβέλεια του ιρακινού κράτους. Με άλλα λόγια, ήταν ξεκάθαρο (και προφανώς συζητιόταν στους κύκλους του κυρίου Λουκά) ότι οι ΗΠΑ κάποια στιγμή θα επεδίωκαν τη διάλυση του Ιράκ.

Η αναμενόμενη αμερικανική εισβολή στο Ιράκ και η μετέπειτα κατοχή της χώρας από τον στρατό των ΗΠΑ ξεκίνησε την Άνοιξη του 2003. Όπως έχουμε υποστηρίξει πολλές φορές, ο στόχος αυτής της εισβολής δεν ήταν «τα πετρέλαια» ως κρυμμένος υπόγειος θησαυρός, αλλά η έναρξη της διαδικασίας διάλυσης του Ιράκ. Ο τρόπος με τον οποίο μεθοδεύτηκε αυτή η διάλυση, παρέμεινε για χρόνια σχετικά άγνωστος εξαιτίας της νηπιακής διανοητικής και οργανωτικής κατάστασης του κινήματος στην Ελλάδα κατά τα πρώτα χρόνια του εικοστού πρώτου αιώνα. Σήμερα από την άλλη, μπορούμε εκ των υστέρων να διακρίνουμε ορισμένες όψεις της πολιτικής του αμερικανικού στρατού κατοχής, όπως ξεδιπλώθηκαν από το 1991 και μετά.[2]

Μέχρι την εισβολή των ΗΠΑ, το ιρακινό κράτος ελεγχόταν από την μειοψηφία των αράβων Σουνιτών κατοίκων του, που, σύμφωνα με τη CIA, έφτανε μόλις το 18% του πληθυσμού. Εκτός από τους Άραβες Σουνίτες, ο Ιρακινός πληθυσμός περιελάμβανε Κούρδους (επίσης Σουνίτες) σε ποσοστό 20% και Άραβες Σιίτες σε ποσοστό 65%.[3] Σαν να μην έφταναν αυτά, ετούτες οι καταπιεσμένες αλλά πληθυσμιακά κυρίαρχες μειονότητες του Ιράκ, τύχαινε να κατοικούν στις πετρελαιοπαραγωγές περιοχές του Ιράκ. Όπως σημείωναν οι ειδικοί, πριν το 2003, «το πετρέλαιο δρούσε ως επί το πλείστον ως κεντρομόλος δύναμη· διατηρούσε τη χώρα ενιαία, γιατί τυχόν διάσπαση θα ήταν απαράδεκτη για τους σουνίτες, που αποτελούσαν ταυτόχρονα την άρχουσα τάξη του Ιράκ, αλλά και τη μοναδική πληθυσμιακή ομάδα που δεν κατοικούσε σε περιοχές με σημαντικά πετρελαϊκά αποθέματα».[4] Στην πράξη, αυτό σήμαινε ότι το Ιράκ, όπως άλλωστε και η Σαουδική Αραβία, είχε συσταθεί ως ολοκληρωτικό κράτος υπό τον έλεγχο μιας μειοψηφίας, με δύο βασικούς σκοπούς: πρώτον την άντληση του πετρελαίου και δεύτερον τη χρήση των πετρελαϊκών εσόδων για τη διατήρηση της κρατικής συνοχής με ισχυρές δόσεις μαστιγίου και καρότου, αναλόγως εθνικής ή θρησκευτικής τοποθέτησης.

Με άλλα λόγια, η συνοχή του ιρακινού κράτους ήταν εξαρχής, για να το θέσουμε κομψά, ιδιαιτέρως έωλη. Η απαγόρευση πτήσεων και εξαγωγών πετρελαίου από το 1991, στέρησε τη βασική πηγή εσόδων του κεντρικού κράτους, συνεπώς βύθισε τις μειονότητες στην αθλιότητα, συνεπώς αύξησε τη δόση μαστιγίου και μείωσε τη δόση καρότου. Με λίγα λόγια, ενέτεινε τις διαλυτικές τάσεις του ιρακινού κράτους, επί πάνω από δέκα χρόνια.

Συμπέρασμα όλων των παραπάνω: η διάλυση του Ιράκ είχε προετοιμαστεί από τον Πρώτο Πόλεμο του Κόλπου. Ήταν μια εκδοχή που διατηρούνταν στο ψυγείο των πιθανών πολιτικών εξωτερικού των ΗΠΑ για πάνω από δέκα χρόνια. Όπως άλλωστε πιστοποιεί η περίπτωση του Ιωάννη Λουκά, η διάλυση του Ιράκ ήταν, πολύ πριν από το 2003, μια πιθανότητα γνωστή στους ειδικούς και στα Υπουργεία των Εξωτερικών, όχι μόνο των ΗΠΑ, αλλά ολόκληρου του πλανήτη.

 

2. Εκλογές στο Ιράκ

Η εισβολή και κατοχή του Ιράκ από τις ΗΠΑ το 2003, ήταν σχεδιασμένη για να διαλύσει το ιρακινό κράτος χρησιμοποιώντας τις προϋπάρχουσες εντάσεις στο εσωτερικό του. Αρκεί κανείς να δει τη μεταχείριση που επεφύλαξαν οι αμερικανοί καραβανάδες για τους ιρακινούς συναδέλφους τους: αντί να ακολουθήσουν τις πρακτικές κάθε καλού στρατού κατοχής και να προσεταιριστούν τον υπάρχοντα στρατό ή κομμάτια του, οι αμερικανοί επέλεξαν να διαλύσουν τον ιρακινό στρατό. Συνεπώς, να γεμίσουν την ιρακινή επικράτεια με ανθρώπους, από στρατηγούς έως φαντάρους, πολλοί από τους οποίους ανήκαν στην σουνιτική μειοψηφία, είχαν τεράστια εμπειρία στην ένοπλη οργάνωση και τις μεθόδους καταπίεσης, γνώριζαν την ιρακινή κοινωνία, είχαν μιλιούνια εχθρών δημιουργημένα από τις προηγούμενες ενασχολήσεις τους, διατηρούσαν τον ελαφρύ οπλισμό τους... και πλέον είχαν ελάχιστα να χάσουν.

Το δεύτερο βήμα ακολούθησε άμεσα: τι κάνει ένας στρατός κατοχής (ο αμερικανικός) που θέλει να εγκαταστήσει την δημοκρατία σε περιοχές του πλανήτη με καταπιεσμένους πληθυσμούς; Μα φυσικά ελεύθερες εκλογές! Οι «πρώτες πραγματικά ελεύθερες» ιρακινές εκλογές δεν χρειάστηκαν πολλή προετοιμασία. Έλαβαν χώρα τον Ιανουάριο του 2005, ούτε δύο χρόνια έπειτα από την αμερικανική εισβολή και τη διάλυση του σουνιτικού στρατού. Ο αμερικανικός στρατός και οι φίλοι που είχε κουβαλήσει μαζί του, ή αποκτήσει εν τω μεταξύ στο εσωτερικό του Ιράκ, εγγυήθηκαν το αδιάβλητο της διαδικασίας, δίχως όμως να πείσουν την πάλαι ποτέ κυρίαρχη σουνιτική ελίτ. Οι πολιτικές οργανώσεις των σουνιτών δήλωσαν ότι οι εκλογές «θα αφήσουν ανοιχτή την πόρτα του κακού» και μποϊκοτάρισαν τις εκλογές.[5] Η προεκλογική εκστρατεία διεξάχθηκε όπως φαίνεται στην παρακάτω φωτό και το ποσοστό συμμετοχής ήταν 58%. Η διαδικασία διέθετε επίσης 44 νεκρούς σε 9 ξεχωριστές βομβιστικές επιθέσεις εναντίον εκλογικών κέντρων.

 

 

Προεκλογική εκστρατεία στο Ιράκ, Ιανουάριος του 2005.

 

Έπειτα από όλα αυτά, ο λαός (ακριβέστερα το 58% του λαού μείον σαραντατέσσερις), μίλησε. Το αποτέλεσμα των εκλογών ήταν συντριπτικά υπέρ των δύο σιιτικών κομμάτων που κατέβηκαν στις εκλογές, οι Σουνίτες περιορίστηκαν σε ισχνά ποσοστά, ενώ η κουρδική μειονότητα εξασφάλισε το 26% των ψήφων. Ειδικά οι Κούρδοι συμμετείχαν στις εκλογές με ιδιαίτερη ζέση. Για να επιστρέψουμε σε μια εποχή όπου οι Κούρδοι είχαν χάσει για λίγο τον τίτλο του καλύτερου φίλου του ελληνικού κράτους ανατολικά της Κύπρου, μπορούμε να παραθέσουμε τα λεγόμενα του Γιώργου Δελαστίκ της Καθημερινής, σύμφωνα με τον οποίο «οι κουρδικές αρχές, με την ανοχή των Αμερικανών, μετέφεραν στο Κιρκούκ πάμπολλες δεκάδες χιλιάδες Κούρδους από άλλες περιοχές (οι Άραβες μιλούν για 200.000 άτομα, ο Economist για 100-150.000) και εντελώς παράνομα τους έβαλαν να ψηφίσουν ως δήθεν δημότες του Κιρκούκ εκδιωγμένοι από τον Σαντάμ».[6] Με την ευκαιρία οι Κούρδοι διεξήγαγαν και ένα «άτυπο δημοψήφισμα» γύρω από το ερώτημα της δημιουργίας κουρδικού κράτους, στο οποίο μπορούσαν να συμμετέχουν και ανήλικοι ψηφίζοντας όσες φορές θέλουν.[7] Το πόσο ωφέλησαν εκείνες οι εκλογές την εμφάνιση του ιρακινού Κουρδιστάν γίνεται αντιληπτό αν ανατρέξουμε στα λόγια ενός εκ των άμεσα θιγόμενων, δηλαδή του τότε Υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας, Αμπντουλάχ Γκιουλ:

 

Βλέπουμε ορισμένες άφρονες εξελίξεις εκεί κάτω, γι’ αυτό και εφιστούμε την προσοχή όλων στο ζήτημα, τόσο μέσα όσο και έξω από το Ιράκ... Ελπίζουμε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα δώσουν μεγάλη προσοχή και θα ασχοληθούν με το πρόβλημα, δεδομένου ότι οι ΗΠΑ είναι οι αρχές του Ιράκ μέχρι τώρα. Περιμένουμε περισσότερα από τις ΗΠΑ.[8]

 

Όντως, μιας και «περίμεναν περισσότερα», έλαβαν μερικά ακόμη. Έπειτα από τις εκλογές, οι νικητές Σιίτες κατήρτισαν το νέο Σύνταγμα του Ιράκ. Πρέπει βέβαια να γνωρίζουμε ότι οι «νικητές Σιίτες» δεν ήταν τίποτα τυχαίοι. Ένας από τους γνωστότερους ήταν ο Αχμέντ Τσαλαμπί [Ahmed Chalabi], επιφανής εξόριστος ιρακινός σιίτης, από τον οποίο προέρχονταν οι αναφορές περί «όπλων μαζικής καταστροφής του Σαντάμ» που είχαν δώσει την αφορμή του πολέμου, και για ανταμοιβή είχε οριστεί αναπληρωτής (κατοχικός) πρωθυπουργός [Deputy Prime Minister] του Ιράκ.[9] Σύμφωνα με αυτόν τον καλό και δημοκρατικό άνθρωπο, το νέο σύνταγμα περιείχε «μια επαναστατική ιδέα για τα δεδομένα των πετρελαιοπαραγωγών χωρών της Μέσης Ανατολής. Διότι, αντί η κυβέρνηση να είναι ο ιδιοκτήτης του πετρελαίου και μετά να διαθέτει τα έσοδα στον λαό ως ελεημοσύνη, τώρα ιδιοκτήτης του πετρελαίου είναι ο λαός και είναι ο λαός που χρηματοδοτεί την κυβέρνηση μέσω της φορολογίας που αποφασίζουν οι εκπρόσωποί του. Αυτή η ιδέα αλλάζει ολόκληρη τη δυναμική της σχέσης μεταξύ λαού και κυβέρνησης».[10] Με άλλα λόγια, τώρα οι «περιφέρειες» μπορούσαν να αποφασίζουν από μόνες τους τα ποσοστά των πετρελαϊκών εσόδων που θα απέδιδαν στο κεντρικό κράτος. Και μιας και οι «περιφέρειες» ήταν και εθνικώς προσδιορισμένες, το πετρέλαιο του Ιράκ, από κεντρομόλος δύναμη συνοχής είχε μετατραπεί σε φυγόκεντρο δύναμη διάλυσης.

Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τι περισσότερο θα μπορούσαν να προσφέρουν οι ΗΠΑ στην υπόθεση της διάλυσης του Ιράκ και της σύστασης του «ιρακινού Κουρδιστάν». Όπως μάθαμε με άλλη αφορμή άλλωστε, ο τότε Αμερικανός στρατιωτικός διοικητής Βορείου Ιράκ, Χάρι Σούτε, που κανόνισε τη νοθεία στις κουρδικές περιοχές το 2005, λίγα χρόνια αργότερα είχε εξελιχθεί στον «κορυφαίο σύμβουλο της τοπικής κυβέρνησης των Κούρδων σε θέματα ασφαλείας» και έδινε συνεντεύξεις στον Πέτρο Παπακωνσταντίνου που εν τω μεταξύ είχε αντικαταστήσει τον Γιώργο Δελαστίκ στο ψαγμένο τμήμα εξωτερικών υποθέσεων της Καθημερινής.[11] Το Κιρκούκ άλλωστε, στο οποίο είχε λάβει χώρα η νοθεία του 2005, ήταν η πετρελαιοφόρος περιοχή που εμφανίστηκε στην επικαιρότητα το 2014, καθώς οι «Πεσμεργκά», δηλαδή ο στρατός του ιρακινού Κουρδιστάν, την υπεράσπιζε από τη μανία του «Ισλαμικού κράτους».[12] Το αποτέλεσμα των ιρακινών εκλογών του 2005 φαίνεται στον χάρτη 2.

 

 

Χάρτης 2: Αποτέλεσμα των ιρακινών εκλογών του Ιανουάριου του 2005.

 

Εδώ με λαχανί σημειώνεται η κυριαρχία του κουρδικού κόμματος, με πράσινο η κυριαρχία του ενός σιιτικού κόμματος και με μπλε η κυριαρχία του έτερου σιιτικού κόμματος (πρόκειται για τις περιοχές των σουνιτών, όπου το αποτέλεσμα αποφασίστηκε δια της αποχής). Ταυτόχρονα το Ιράκ χωρίζεται στα τρία με τον τρόπο που όλοι συνηθίσαμε να βλέπουμε από την «αποχώρηση των ΗΠΑ το 2011» και μετά. Βόρεια οι περιοχές των Κούρδων με το πετρέλαιο των Κούρδων, ανατολικά οι περιοχές των Σιιτών με το πετρέλαιο των Σιιτών, δυτικά οι περιοχές των Σουνιτών, δίχως πετρέλαιο. Επειδή ξέρουμε ότι αυτός ο χάρτης κάτι σας θυμίζει, βοηθάμε στην επίλυση του deja vu υπενθυμίζοντας τον χάρτη της διάλυσης του Ιράκ και της Συρίας, όπως κυκλοφορούσε το Καλοκαίρι του 2014 (Χάρτης 3).

 

 

Χάρτης 3: Μετά που άνοιξαν «οι πόρτες του κακού»: Η κατάσταση του Ιράκ στα τέλη του 2014.

 

Αυτή ήταν η έως τότε πληρέστερη εφαρμογή του αμερικανικού σχεδίου διάλυσης του Ιράκ, το αποτέλεσμα του σκληρού εμφύλιου που ξεκίνησε με τον Πρώτο Πόλεμο του Κόλπου το 1991. Στα βόρεια κυριαρχούσαν οι πρώην Κούρδοι του Ιράκ, με κομμάτια του πρώην ιρακινού στρατού υπό τον έλεγχό τους, τη βοήθεια Αμερικανών «συμβούλων» και χρηματοδότηση από τις πετρελαιοπηγές που πέρασαν για τα καλά στον έλεγχό τους έπειτα από την «εμφάνιση του ISIS». Στα ανατολικά, ό,τι είχε απομείνει από το επίσημο κράτος του Ιράκ βρισκόταν υπό σιιτικό έλεγχο, είχε συμμαχήσει με το Ιράν και «μαχόταν με το ISIS» με τη συμμετοχή Ιρανών στρατηγών και στρατού. Στα δυτικά ελλόχευε το ίδιο το «ISIS», δηλαδή οι Ιρακινοί Σουνίτες που είχαν αντλήσει ανθρώπινο δυναμικό από την σχεδιασμένη διάλυση της ιρακινής και της συριακής κοινωνίας από την εισβολή του 2003 και μετά. Το «ISIS» μάχονταν με όλους τους υπόλοιπους με την υποστήριξη της Σαουδικής Αραβίας, της Τουρκίας και πιθανότατα του Ισραήλ (θα λέγαμε «και του ελληνικού κράτους», αλλά μας φαίνεται ότι το ελληνικό κράτος τους υποστήριζε όλους, σύμφωνα με τις δυνατότητές του).

Μπορούμε τώρα να σημειώσουμε τα βασικά συμπεράσματα που προκύπτουν από ετούτη τη σύντομη εξιστόρηση.

Πρώτο: η εμφάνιση του ενός τρίτου του Ιράκ ως σιιτικού κράτους και ως σύμμαχου του Ιράν δεν ήταν «αμερικανική αποτυχία». Όπως μας δείχνουν όσα προηγήθηκαν, αποτελούσε τμήμα των αμερικανικών σχεδιασμών ήδη από τον Πρώτο Πόλεμο του Κόλπου.

Δεύτερο: οι αμερικανικοί σχεδιασμοί για το Ιράκ δεν βασίζονταν αποκλειστικά στην ισχύ και την αυτόνομη δραστηριοποίηση του αμερικανικού στρατού. Η διαδικασία της διάλυσης βασίστηκε στην εσωτερική κατάσταση του ιρακινού κράτους και της ιρακινής κοινωνίας, και εξελίσσεται με καύσιμο τους ανταγωνισμούς των κρατών της περιοχής. Η αμερικανική εισβολή υπήρξε απλά ο καταλύτης ώστε οι προϋπάρχοντες ανταγωνισμοί να εκφραστούν όσο πιο εκρηκτικά ήταν δυνατό.

Τρίτο: οι «τρεις νευρώνες» του Λουκά, δηλαδή το Ιράν, η Σαουδική Αραβία και η Τουρκία, όλοι τους είχαν συμφέροντα να επιδιώξουν γύρω από τη διάλυση του Ιράκ.

Τέταρτο και σημαντικότερο: η διάλυση της Μέσης Ανατολής δεν είναι μια «παρεξήγηση» που κάποια στιγμή θα σταματήσει μέσω καλής συνεννόησης. Είναι αποτέλεσμα της φύσης του καπιταλιστικού έθνους κράτους και των συμφερόντων του. Είναι γι’ αυτό που τόσα χρόνια, η διάλυση συνεχίζεται ανεξάντλητη. Εκείνο που αντιθέτως έχει αρχίσει να εξαντλείται, είναι τα προσχήματα της διακρατικής σύγκρουσης, τα προσχήματα που τόσα χρόνια έχουμε μάθει να αναγνωρίζουμε ως «ισλαμική τρομοκρατία».

Αλλά αυτό δεν ενοχλεί και τόσο. Η διακρατική σύγκρουση θα συνεχιστεί απροσχημάτιστα, ως αγώνας στρατιωτικής σύγκρουσης, φθοράς, ανάλωσης πόρων, οικονομικής και κοινωνικής αντοχής. Είναι μια σύγκρουση στην οποία το ελληνικό κράτος θα συνεχίσει να εμπλέκεται όλο και πιο απροκάλυπτα, όπως όλα τα κράτη της περιοχής. Είναι η σύγκρουση που θα καθορίσει το μέλλον της περιοχής μας.

 



[1] Ιωάννης Λουκάς, Η Γεωπολιτική, Τροχαλία, 2000, σελ. 349.

[2] Για προηγούμενες ενασχολήσεις με τα αμερικανικά σχέδια στο Ιράκ, δες π.χ. το «Πληροφορία, Μνήμη και Παγκόσμιος Πόλεμος στη Συρία», Antifa #43, 10/2014. Σχετικά με το πετρέλαιο μπορεί να δει κανείς το «Ο George Caffentzis στη Μέση Ανατολή», Antifa #30, 4/2012. Επίσης το «Τα Περιττώματα του Διαβόλου, η Τιμή τους και ο Ρόλος τους στη Σύγχρονη Πλανητική Σύγκρουση», Antifa #45, 3/2015.

[3] Όλα τα ποσοστά στο περίπου. Πηγή για την εθνικοθρησκευτική σύνθεση του Ιράκ, το The CIA World Factbook, λήμμα Ιράκ. Ανακτημένο από το https://www.cia.gov.

[4] Nikos Tsafos, “Geography and Oil Politics in Iraq”, SAIS Review of International Affairs, Vol. 26, No. 1, 2006. Αυτό το κείμενο του 2006, όπου ένας «ειδικός» με ελληνικό όνομα προβλέπει τη διάλυση του Ιράκ σε μιάμισι σελίδα, βρίσκεται μεταφρασμένο στο www.antifascripta.net.

[5] «Οι Σουνίτες Αμφισβητούν τη Νομιμότητα των Εκλογών», Βήμα, 3/2/2005.

[6] Γιώργος Δελαστίκ, «Νοθεία των Κούρδων, Οργή των Τούρκων», Καθημερινή, 6/2/2005.

[7] «‘Δημοψήφισμα’ για το Κουρδιστάν», Καθημερινή, 4/2/2005.

[8] Καθημερινή, 6/2/2005, όπως πριν.

[9] https://en.wikipedia.org/wiki/Ahmed_Chalabi

[10] Αναφέρεται στο Nikos Tsafos, “Geography and Oil Politics in Iraq”, ό. π., σ. 63.

[11] Πέτρος Παπακωνσταντίνου, «Γιατί όχι Ανεξάρτητο κουρδικό Κράτος;», Καθημερινή, 26/8/2014. Επίσης «Πληροφορία, Μνήμη και Παγκόσμιος Πόλεμος στη Συρία», Antifa #43, 10/2014.

[12] Tim Arango, «In Chaos, Iraq’s Kurds See a Chance to Gain Ground», The New York Times, 19/6/2014.